Ευρετήριο

Οὕτω / Οὕτως





ΡΙΖΑ: < επίρρημα του ΟΥΤΟΣ.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Έτσι, τοιουτοτρόπως, κατ' αυτόν τον τρόπο (Mat 20:26:…Οὐχ οὕτως ἔσται ἐν ὑμῖν) (συνηθ. στα ζεύγη ὡς... οὕτως - καθάπερ... οὕτως - καθώς... οὕτως - ὥσπερ... οὕτως - καθ' ὅσον... οὕτως, τα οποία γενικά μεταφράζονται: όπως… έτσι/παρόμοια…).

2) Έπειτα (Act 20:11:… Ἀναβάς… κλάσας… ὁμιλήσας… οὕτως ἐξῆλθεν).

3) Επομένως  (Rom 6:11:… Οὕτω καὶ ὑμεῖς λογίζεσθε ἑαυτούς νεκρούς…).

4) Απλώς, ως είμαι (Joh 4:6:…  Ἐκαθέζετο οὕτως…).

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Οὗτος Mat 7:12, Τοιοῦτος Act 26:29, Τοσοῦτος Rev 18:16, Τηλικοῦτος 2Co 1:10.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ὄν Τρόπον Mat 23:37, Ὡσαύτως 1Ti 3:11, Ὡς Luk 3:22, Καθώς 1Co 10:33, Ὁμοίως Mat 22:26, Ὥσπερ Rom 6:4, Καθ' ὁμοιότητα Heb 4:15, Ὡσεί Mat 14:21.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἄλλως 1Ti 5:25.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Επίρρημα του Οὗτος που φανερώνει τρόπο. (Το Οὕτως υπάρχει όταν ακολουθεί λέξη που αρχίζει από φωνήεν, το Οὕτω όταν ακολουθεί λέξη που αρχίζει από σύμφωνο).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΑ.

1) Η λ. Οὕτως στο εδάφιο Act 20:35 περιλαμβάνεται σε μια φράση με ύφος «όχι ρητορικό» αλλά με «διαλεκτική απλότητα» και μάλιστα με ευχάριστη παραμονή στην «παροιμιακή βραχύτητα». Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Οὕτως στο εδάφιο Rom 4:18 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Gen 15:5).

3) Η λ. Οὕτως στο εδάφιο Rom 9:20 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Hsa 29:16, 45:9).

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Gen 4:15, Psa 103:15.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Even So, Like, So, Thus.

Οὕτω, οὕτως, when followed by a vowel; later Attic οὑτωσί, adv. so, thus, in this manner, equally; abruptly; without premeditation, Plat. Phœdr. 237, C; that; wherefore; in answer to a question, yes; to such a degree, Thucyd. ii, 47; in this case, consequently; ὡς οὕτως ἤ ἄλλως, as thus or otherwise; οὑτωσί, in this point of view, Dem. de Coron. 147; ὥσπερ, for οὕτω, so, Plat. Prot. 329, A; especially in wishes, with opt., εἰ γάρ ἐγών οὕτω γε Διός παίς εἴην, would I were the son of Jove so (truly) as...; so, Att., in protestations, e. g. ἔγωγ’ οὕτως ὀναίμην τῶν τέκνων, μισῶ τόν ἄνδρα, I, so help me my children, hate the man; οὕτω μέν..., οὕτω δέ, partly..., partly;  on the one hand..., on the other; cf. οὗτος· in beginning a story, οὕτω ποτ’ ἦν μῦς καί γαλῆ, so there were once on a time.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Sic, Etiam sic, Hic.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Auch So, Wie, So.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Anche Così, Come, Così.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Même Ainsi, Comme, Donc.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Aun Así, Como, Por Lo Tanto, Este Modo.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Mesmo Assim, Como, Assim.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Zelfs zo, Like, Zo.