Ευρετήριο

Πάλιν



ΡΙΖΑ: Αρχική σημασία "προς τα πίσω" < αμάρτυρο *ΠΑΛΙΣ "επιστροφή" < *KWL-, συνεσταλμ. βαθμ. του Ι.Ε. *KWEL-.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Πάλι, εκ νέου, για ακόμη μια φορά, ξανά.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Δίς Phl 4:16, Δεύτερος Joh 9:24, Δεύτερον Joh 4:54.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἅπαξ Heb 6:4, 9:7,26,27,28, Ἐφάπαξ Rom 6:10, Heb 7:27.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Επίρρημα χρόνου.



1) Η λ. Πάλιν στα εδάφια Act 18:21, Gal 1:17 αναγράφεται ως πλεονασμός. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Again.

Πάλιν, adv. back, back from, again, anew; on the other hand, on the contrary, in a opposite sense; πάλιν αὖθις, a second time, again.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Iterum, Rursus, Apud Eundem.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Wieder.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Di Nuovo.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Encore.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: De Nuevo.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Novamente.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Weer.