Ευρετήριο

Παίω



ΡΙΖΑ: Πιθ. < *ΠΑFΙΩ που συνδέεται με λατ. PAVIO "χτυπώ".

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Χτυπώ, πλήττω.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Τύπτω Mat 24:49, Δέρω Luk 22:63, Ἐρείδω Act 27:41, Πλήσσω (Πλήττω) Apoc 8:12, Ραπίζω Mat 5:39, Ράπισμα Mar 14:65, Βάλλω Mat 3:10, Μαστιγῶ Mat 10:17, Πατάσσω Mat 26:31.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ψηλαφῶ Luk 24:39, Act 17:27, 1Jo 1:1.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. παίω, Πρτ. ἔπαιον, Μέλ. παίσω, Αόρ. ἔπαισα, Πρκ. πέπαικα.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Παίω

Α) Μεταβατικό

i) + αιτ.: χτυπώ κάποιον ή κάτι (Mat 26:68 …Τὶς ἐστίν ὁ παίσας σὲ…).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἔπαισεν: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

2) Παίσας: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

3) Παίσῃ: γ΄ ενικό Υποτακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Smite, Strike, Beat.

Παίω, f. seldom παίσω, commonly παιήσω· τοιαύταις σφενδόναις παιήσομεν, Aristoph. Nub. 1127; pf. αικα, Demosth. to smite, strike, beat; to dash against, Æschyl. Prom. 887; mid. to beat one’s self, etc., 1. a. pf. ἐπαίσθην· 1. a. act. ἔπαισα· to strike, Xen. Cyr. vii, 3, 2.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Pavio, Percutio, Swat, Ferio, Pulso, Illido, Percutere.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Schlage, Streik.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Schiacciare, Colpisci, Sciopero.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Frappe, Grève.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Swat, Hiere, Huelga.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Golpe, Fere, Strike, Bata.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Slaan, Strike, Sloeg.