Ευρετήριο

Κριθή



ΡΙΖΑ: Παρεκτεταμένος τύπος αρχαίου συνώνυμου *ΚΡΙΘ < Ι.Ε. θ. *GHRZD(H)-, GHERZD- "κριθάρι".

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Κριθάρι.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Κρίθινος Joh 6:9, 13.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἄρτος Joh 6:9.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Σῖτος Mat 3:12, 13:25.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό α΄ κλίσης, θηλυκού γένους: Κριθή, -ῆς.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Κριθῶν: Γενική πληθυντικού.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 6:6: «κα κουσα ς φωνν ν μσ τν τεσσρων ζων λγουσαν· χονιξ στου δηναρου κα τρες χονικες κριθν δηναρου, κα τ λαιον κα τν ονον μ δικσς.».

Ως (Ελληνικό) μέτρο βάρους ένας χοίνιξ = 2 ξέσται = 1 λίτρο (περ.).

Ως (Ελληνικό) μέτρο βάρους ένα τάλαντο έχει 26 κιλά βάρος.

(Alex Sizoo: Die anticqe Welt und das Neuen Testament – Konstanza 1955 σελ. 66, 67).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 6:6: Apoc 5:6  Apoc 7:11  Mat 20:2  Mar 13:8

1) Η λ. Κριθῶν στο εδάφιο Apoc 6:6 εμφανίζεται σε ελλειπτική φράση επειδή θεωρήθηκε ως αυτονόητη ή ανθυπονοούμενη η λέξη η οποία παραλείπεται. Το φαινόμενο είναι «αρχαιοελληνικός ιδιωματισμός» και μάλιστα «αττικισμός» της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Κριθή χρησιμοποιείται σε μοναδική αναγραφή στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Gen 26:12, Exo 9:31, Lev 27:16, Deu 8:8.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Barley.

Κριθή, ῆς, , barley, generally used in the plural, Demosth. 1039, 12; Τhucyd. vi, 22; also, the hordeolum or stye, a disease of the eyelids, P. Ægin. iii, 22. See κρῖ.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Hordeum.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Gerste.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Orzo.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Orge.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Cebada.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Cevada.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Gerst.