Ευρετήριο

Κράζω



ΡΙΖΑ: < ΚΡΑΖ-JΩ, συνεσταλμ. βαθμ. του θέματος KRE-G-, παρεκτεταμένος τ. Ι.Ε. *KER-/KRE-, παραβ. λατ. CROCIO "κρώζω".

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: κραυγάζω, φωνάζω δυνατά,

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Κραυγάζω Luk 4:41, Κραυγή Mat 25:6, Ἀνακράζω Mar 1:23.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Βοῶ Gal 4:27, Ἀναβοῶ Act 16:28, Ἐπιβοῶ Act 24:25, Φωνῶ Mat 26:34, Ἐπιφωνῶ Luk 23:21, Καλῶ Mat 1:21, «Ὁλολύζω Jac 5:1, Ἀναφωνῶ Luk 1:42.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Σιωπῶ Luk 19:40, Φιμῶ Mar 4:39.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. κράζω, Πρτ. ἔκραζον, Μέλ. κράξω, Αόρ. ἔκραξα, Πρκ. κέκραγα, Υπερσ. ἐκεκράγειν.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Κράζω

Α) Αμετάβατο: φωνάζω, βοώ, κράζω (Mat 9:27 …Δύο τυφλοί κράζοντες…).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἔκραζεν: γ΄ ενικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

2) Ἔκραζον: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

3) Ἔκραξαν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

4) Ἔκραξεν: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίσοτυ Ενεργητικής Φωνής.

5) Κέκραγεν: γ΄ ενικό Οριστικής Παρακειμένου Ενεργητικής Φωνής.

6) Κράζει: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

7) Κράζειν: Απαρέμφατο Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

8) Κράζομεν: α΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

9) Κρᾶζον: Αιτιατική ενικού μετοχής ουδετέρου γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

10) Κράζοντας: Αιτιατική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

11) Κράζοντες: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

12) Κραζόντων: Γενική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

13) Κράζουσιν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

14) Κράζων: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

15) Κράξαντες: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

16) Κράξας: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

17) Κράξουσιν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

1) Apoc 14:15: «κα λλος γγελος ξλθεν κ το ναο κρζων ν φων μεγλ τ καθημν π τς νεφλης· πμψον τ δρπανν σου κα θρισον, τι λθεν ρα θερσαι, τι ξηρνθη θερισμς τς γς.»

Σε εκπλήρωση του οράματος που δόθηκε στον Ιωάννη, ο Ιησούς διεξάγει ένα παγκόσμιο έργο θερισμού. «Ο θερισμός της γης» άρχισε με τη συγκομιδή των υπόλοιπων από τους 144.000 «γιους της βασιλείας», «το σιτάρι» της παραβολής τους Ιησού (Mat 13:24-30, 36-41).

Η διαφορά ανάμεσα στους αληθινούς και στους ψεύτικους Χριστιανούς έγινε πιο ξεκάθαρη από ποτέ μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, συμβάλλοντας μάλιστα στο δεύτερο στάδιο «του θερισμού της γης» - τη σύναξη των άλλων προβάτων. Αυτοί δεν είναι «οι γιοι της βασιλείας», αλλά είναι «ένα μεγάλο πλήθος»πρόθυμων υπηκόων αυτής της Βασιλείας. Θερίζονται μέσα από «όλους τους λαούς, τις εθνότητες και τις γλώσσες».

Υποτάσσονται στη Μεσσιανική Βασιλεία, η οποία αποτελείται από τον Χριστό Ιησού και τους 144.000 αγίους που θα είναι μαζί του σε εκείνη την ουράνια κυβέρνηση (Apoc 7:9).

2) Apoc 18:1-5: «Μετὰ ταῦτα εἶδον ἄλλον ἄγγελον καταβαίνοντα ἐκ τοῦ οὐρανοἔχοντα ἐξουσίαν μεγάλην, καἡ γἐφωτίσθη ἐκ τῆς δόξης αὐτοῦ. καἔκραξεν ἐν ἰσχυρᾷ φωνῇ λέγων· ἔπεσεν ἔπεσεν Βαβυλὼν ἡ μεγάλη, καἐγένετο κατοικητήριον δαιμονίων καὶ φυλακὴ παντὸς πνεύματος ἀκαθάρτου καὶ φυλακὴ παντὸς ὀρνέου ἀκαθάρτου [καὶ φυλακὴ παντὸς θηρίου ἀκαθάρτου] καὶ μεμισημένου, ὅτι ἐκ τοῦ οἴνου τοῦ θυμοῦ τῆς πορνείας αὐτῆς πέπωκαν πάντα τἔθνη καὶ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς μετ᾽ αὐτῆς ἐπόρνευσαν καὶ οἔμποροι τῆς γῆς ἐκ τῆς δυνάμεως τοῦ στρήνους αὐτῆς ἐπλούτησαν. Καἤκουσα ἄλλην φωνὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ λέγουσαν· ἐξέλθατε ὁ λαός μου ἐξ αὐτῆς ἵνα μὴ συγκοινωνήσητε ταῖς ἁμαρτίαις αὐτῆς, καἐκ τῶν πληγῶν αὐτῆς ἵνα μὴ λάβητε, ὅτι ἐκολλήθησαν αὐτῆς αἁμαρτίαι ἄχρι τοῦ οὐρανοῦ καἐμνημόνευσεν ὁ θεὸς τἀδικήματα αὐτῆς.»

Στα πλαίσια της ενθρόνισής του στην Ουράνια Βασιλεία το 1914, ο Ιησούς Χριστός έστρεψε την προσοχή του στις πνευματικές ανάγκες του πιστού λαού του Θεού πάνω στη γη (Mat 24:45-47). Όπως είχε γίνει και με την απελευθέρωση του υπόλοιπου των Ιουδαίων το 537 π.Χ. από τη Βαβυλώνα μόλις κατακτήθηκε από τον Κύρο, έτσι και ο Ιησούς απελευθέρωσε ένα υπόλοιπο πνευματικών Ιουδαίων (εκείνων που ακολουθούσαν πιστά τα ίχνη του) από την επιρροή της σύγχρονης Βαβυλώνας της Μεγάλης, της παγκόσμιας αυτοκρατορίας της ψεύτικης θρησκείας. Με την απελευθέρωση αυτή αποκαταστάθηκε η αγνή λατρεία που αρμόζει στη ζωή των γνήσιων αφιερωμένων βαπτισμένων Χριστιανών (παραβ. Mat 3:1-5, Rom 2:29).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 6:10: Act 4:24  1Jo 5:20  Luk 18:7  Heb 12:23  Apoc 19:2  Ge 4:10  Deu 32:43

Apoc 7:10: Psa 3:8  Luk 1:69  Tit 2:10  Jude 25  Apoc 4:2  Act 4:12  Apoc 5:6

Apoc 10:3: Pro 20:2  Apoc 5:5  Exo 19:16  Apoc 4:5  Apoc 11:19

Apoc 12:2: Ge 3:16

Apoc 14:15: Mar 4:29  Mat 13:39  Joe 3:13

Apoc 18:2: Jer 50:2  Hsa 21:9  Jer 51:8  Apoc 14:8  Psa 39:5  Hsa 13:21  Jer 50:39  Jer 51:37

Apoc 18:18: Jek 27:32

Apoc 18:19: 1 Sa 4:12  Jek 27:30  Jek 27:9  Jek 27:33  Hsa 47:11  Jer 51:55

Apoc 19:17: 1 Sa 17:46  Jek 39:4  Jek 39:17

1) Η λ. Κράζοντες στο εδάφιο Act 21:35 περιλαμβάνεται σε μια φράση όπου υπάρχει «ρηματική κατασκευή κατ’ έννοιαν». Το ρήμα εδώ αναφέρεται όχι σύμφωνα με τον γραμματικό τύπο του υποκειμένου αλλά (σύμφωνα) με το αυτονοούμενο αντικείμενο. Το φαινόμενο είναι «αρχαϊσμός» και «αρχαιοελληνικός ιδιωματισμός» και μάλιστα «αττικισμός» της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Ἔκραζεν στα εδάφια Mat 15:21,23 περιλαμβάνεται σε μια πρόταση η οποία διακρίνεται για τη «βραχύτητα της περιόδου» αυτής. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Gen 41:55, Exo 5:8, 22:22, 32:17, Num 11:2, Psa 118:146.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: To Scream, To Croak, To Cry Aloud.

Κράζω, to croak or caw like a crow or raven; to scream; to cry aloud, to bawl out; to exclaim; to vociferate; to call aloud for any thing; κέκραγεν ἐμβάδας, calls for his shoes, Aristoph. Vesp. 103; to cry out earnestly, in N. t., Gal. iv, 6; 2. a. ἔκραγον, 1. a. ἔκραξα, Aristoph. Ran. 265; pf. κέκραγα, used as a present, Æschyl. Prom. 765; ἀναλώσας δέ κέκραγας, Æschin. c. Ctes.; imperat. κέκραχθι, Aristoph. Thesm. 692; 1. fut. pas. κραχθήσομαι, 2. fut. κραγήσομαι, 3. fut. κεκράξομαι, 2. aor. pas. ἐκράγην, pf. pas. κέκραγμαι, imperat. κέκραξο, -θω, Aristoph. Acharn. 335. Fr. κράγω. Τh. Æol. root.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Clamare, Exclamare, Clamatis, Corni, Vociferari.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Laut Zu Schreien, Zu Krächzen, Zu Tränen.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: A Urlare, A Gracchiare, Fino Alle Lacrime Ad Alta Voce.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: A Crier, A Crever, Les Larmes Aux Yeux A Haute Voix.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Gritar, A Croar, Hasta Las Lágrimas En Voz Alta.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Gritar, Coaxar, Às Lágrimas Em Voz Alta.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Te Schreeuwen, Te Kwaken, Tot Tranen Hardop.