Ευρετήριο

Κόπος



ΡΙΖΑ: < ΚΟΠΤΩ (βλ.λ.).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Κόπωση, μόχθος, σκληρή εργασία.

2) Το αποτέλεσμα της εργασίας.

3) Ενόχληση, θλίψη, στενοχώρια.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Κοπιῶ Mat 6:28, Κόπτω Mat 11:7.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἔργον Phl 1:22, Μόχθος 2Co 11:27, Πόνος Col 4:13.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀργός Mat 20:3, 1Ti 5:13.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό β΄ κλίσης, αρσενικού γένους: Κόπος, ου.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Κόποι: Ονομαστική πληθυντικού.

2) Κόποις: Δοτική πληθυντικού.

3) Κόπον: Αιτιατική ενικού.

4) Κόπος: Ονομαστική ενικού.

5) Κόπου: Γενική ενικού.

6) Κόπους: Αιτιατική πληθυντικού.

7) Κόπῳ: Δοτική ενικού.

8) Κόπων: Γενική πληθυντικού.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 2:2: «οἶδα τὰ ἔργα σου καὶ τὸν κόπον καὶ τὴν ὑπομονήν σου καὶ ὅτι οὐ δύνῃ βαστάσαι κακούς, καὶ ἐπείρασας τοὺς λέγοντας ἑαυτοὺς ἀποστόλους καὶ οὐκ εἰσὶν καὶ εὗρες αὐτοὺς ψευδεῖς»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 2:2: Joh 2:25  Apoc 2:19  Apoc 3:1  1 Jo 4:1  Act 20:30  2 Co 11:13

1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Kop-(Kopiopia, Kopophobia).

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: Labor, Toil, Hard Work, Weariness.

Κόπος, ου, , labor, toil, business; trouble; fatigue, Aristoph. Plut. 221; weakness, arising from labor or trouble, Soph. Phil. 868; grief, lamentation, Æschyl. Suppl. 206; a blow. th. κόπτω.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Labor, Laboris, Multum Difficile, Laborem.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Arbeit, Harte Arbeit.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Lavoro, Fatica, Lavoro Duro.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Travail, Labeur, De Travail Acharné.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Trabajo, Trabajo Duro.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Trabalho, Labuta, Trabalho Duro.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Arbeid, Zwoegen, Hard Werken.