Ευρετήριο

Κλείω



ΡΙΖΑ: ΚλαF-.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Κλείνω.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἀποκλείω Luk 13:25, Συγκλείω Rom 11:32, Gal 3:22, Κατακλείω Luk 3:20.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ:

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀνοίγω Mat 2:11, 3:16, 5:2, 7:7, Apoc 3:7, 8.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. κλείω, Πρτ. ἔκλειον, Μέλ. κλείσω, Αόρ. ἔκλεισα, Πρκ. κέκλεικα.

Μέσ. Ενεστ. κλείομαι, Πρτ. ἐκλειόμην, Μελ. παθ. κλεισθήσομαι, Αόρ. παθ. ἐκλείσθην, Πρκ. κέκλεισμαι, Υπερσ. ἐκεκλείσμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Κλείω

Α) Μεταβατικό

i) + αιτ.: κλείνω κάτι (Mat 6:6…Κλείσας τὴν θύραν σου προσεῦξαι…).

2) Κλείνομαι

Α) Αμετάβατο: κλείνομαι (Luk 4:25…Ὅτε ἐκλείσθῃ ὁ οὐρανός…).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἔκλεισεν: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

2) Ἐκλείσθη: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

3) Κεκλεισμένον: Αιτιατική ενικού μετοχής ουδετέρου γένους του Παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

4) Κεκλεισμένων: Γενική πληθυντικού μετοχής θηλυκού γένους του Παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

5) Κέκλεισται: γ΄ ενικό Οριστικής Παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

6) Κλείετε: β΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

7) Κλεῖσαι: Απαρέμφατο Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

8) Κλείσας: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

9) Κλείσει: γ΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

10) Κλείσῃ: γ΄ ενικό Υποτακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

11) Κλεισθῶσιν: γ΄ πληθυντικό Υποτακτικής Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

12) Κλείων: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 20:3: «καἔβαλεν αὐτὸν εἰς τὴν ἄβυσσον καἔκλεισεν καἐσφράγισεν ἐπάνω αὐτοῦ, ἵνα μὴ πλανήσἔτι τἔθνη ἄχρι τελεσθῇ τὰ χίλια ἔτη. μετὰ ταῦτα δεῖ λυθῆναι αὐτὸν μικρὸν χρόνον.»

Όπως περιγράφεται στο εδάφιο Apoc 21:5 (βλ.λ.), καθώς καταστρέφεται το παλαιό ασεβές πονηρό σύστημα πραγμάτων, τίθεται εκτός δράσης και ο Σατανάς ή Διάβολος μαζί με τους δαίμονές του. Έτσι απελευθερώνεται για πρώτη φορά η ανθρωπότητα από τη σατανική επιρροή που ήταν γεμάτη από μίσος και αρνητική επιρροή. Ολόκληρη η ανθρωπότητα πλέον «αναπνέει» ελεύθερα και ένα τεράστιο αίσθημα ανακούφισης κυριαρχεί τελικά σ’ εκείνους τους πιστούς δούλους του Θεού που απελευθερώνονται, έτοιμοι να ζήσουν αιώνια σε μια παραδεισένια γη: «καἤκουσα φωνῆς μεγάλης ἐκ τοῦ θρόνου λεγούσης· ἰδοἡ σκηνὴ τοῦ θεοῦ μετὰ τῶν ἀνθρώπων, καὶ σκηνώσει μετ᾽ αὐτῶν, καὶ αὐτοὶ λαοὶ αὐτοἔσονται, καὶ αὐτὸς ὁ θεὸς μετ᾽ αὐτῶν ἔσται [αὐτῶν θεός], καἐξαλείψει πᾶν δάκρυον ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν, καὁ θάνατος οὐκ ἔσται ἔτι οὔτε πένθος οὔτε κραυγὴ οὔτε πόνος οὐκ ἔσται ἔτι, [ὅτι] τὰ πρῶτα ἀπῆλθαν.» (Apoc 21:3-4).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 3:7: Apoc 2:1  Joh 6:69  Act 3:14  Heb 7:26  Apoc 3:14  Apoc 19:11  Hsa 22:22  Luk 1:32

Apoc 3:8: Apoc 2:2  1Co 16:9  2Co 2:12  Mat 25:21

Apoc 11:8: Hsa 1:10  Luk 13:33  Heb 13:12

Apoc 20:3: Apoc 9:11  Apoc 20:7

Apoc 21:25: Hsa 60:11  Hsa 60:20

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Gen 7:16, Jgs 9:51, 1Sa 23:20.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Shut, Close At Hand, Close, Lock.

Κλείω, f. είσω, Ion. and Epic pres. κληίω, f. κληίσω, to shut, close, bar; to lock; 1. a. ἔκλεισα, subj. κλείσω, ῃς, ῃ, inf. κλεῖσαι, pf. pas. κέκλεισμαι and κέκλειμαι, part. pf. pas. κεκλεισμένος, η, ον, shut, closed; 1. a. pas. ἐκλείσθην, ης, η, subj. pas. κλεισθῶ, ῇς, ῇ.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Claudo, Obsero.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Schließen, Verschließen, Zumachen, Geschlossen Werden, Einschließen, Zugehen, Sich Schließen, Zusammenklappen.

ΙΤΑΛΙΚΑ: Chiudere, Chiudersi, Serrare.

ΓΑΛΛΙΚΑ: Fermer, Se Fermer, Détenir.

ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Cerrar, Cerrarse, Encerrar.

ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Fechar, Encerrar, Cerrar, Prender, Tapar, Confinar, Obstruir, Encerrar Em Prisão.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Dicht, Dicht Bij De Hand, Sluiten, Vergrendelen.