Ευρετήριο

Κατηγορέω, -ῶ



ΡΙΖΑ: < ΚΑΤΗΓΟΡΟΣ < ΚΑΤ- (<ΚΑΤΑ) + -ΗΓΟΡΟΣ (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 3 και 4), α) βλ.λ. Κατά, β) -ΗΓΟΡΟΣ < ΑΓΟΡΑ, βλ.λ. Ἀγορά.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Κατηγορώ, εγκαλώ, αποδίδω σε κάποιον ενοχή, καταγγέλλω κάποιον για κάτι.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἀγοράζω 1Co 6:20, Ἀγορά Mat 11:16.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Αἰτία Mat 27:37, Αἰτίωμα Act 27:5, Προαιτιῶμαι Rom 3:9, Ἐπηρεάζω Luk 6:28, Μέμφομαι Heb 8:8, Ἐγκαλῶ Act 19:38, Συκοφαντῶ Luk 3:14, Διαβάλλω Luk 16:1, Μάρτυς Mat 18:16, Μαρτύριον Mat 24:14, Μαρτυρία Luk 22:71, Ψευδομάρτυς 1Co 15:15, Ψευδομαρτυρία Mat 15:19.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Συναντιλαμβάνομαι Luk 10:40, Rom 8:26.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας συνηρημένο σε -έω.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. κατηγορῶ, Πρτ. κατηγόρουν, Μέλ. κατηγορήσω, Αόρ. κατηγόρησα, Πρκ. κατηγόρηκα, Υπερσ. κατηγορήκειν.

Μέσ. Ενεστ. κατηγορῦμαι, Πρτ. κατηγορούμην, Μελ. παθ. κατηγορηθήσομαι, Αόρ. παθ. κατηγορήθην, Πρκ. κατηγόρημαι, Υπερσ. κατηγορήμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Κατηγορῶ

Α) Μεταβατικό

i) + γεν.: κατηγορώ κάποιον (Mat 12:10 …Ἵνα κατηγορήσωσιν αὐτοῦ),

ii) + αιτ.: βλ. Αi (Apoc 12:10 …Ὁ κατηγορῶν αὐτοὺς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἡμῶν),

iii) + αιτ. (πραγμ.) + γεν.: καταμαρτυρώ κάτι εναντίον κάποιου, κατηγορώ κάποιον για… (Mar 15:3,4 …Ἴδε πόσα σοῦ κατηγοροῦσιν),

iv) + γεν. + προς + αιτ.: κατηγορώ κάποιον σε… (Joh 5:45 …Μὴ δοκεῖτε ὅτι ἐγώ κατηγορήσω ὑμῶν πρὸς τὸν πατέρα).

2) Κατηγοροῦμαι

Α) Αμετάβατο: κατηγορούμαι (Act 25:11,16 …Πρὶν ἤ ὁ κατηγορούμενος κατά πρόσωπον ἔχοι τοὺς κατηγόρους).

Β) Μεταβατικό

i) + ποιητ.αιτ.: κατηγορούμαι από… (Act 22:30 …Τὸ τὶ κατηγορεῖται ὑπό τῶν Ἰουδαίων).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Κατηγορεῖν: Απαρέμφατο Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

2) Κατηγορεῖσθαι: Απαρέμφατο Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

3) Κατηγορείται: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

4) Κατηγορεῖτε: β΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

5) Κατηγορείτωσαν: γ΄ πληθυντικό Προστακτικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

6) Κατηγορήσω: α΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

7) Κατηγορήσωσιν: γ΄ πληθυντικό Υποτακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

8) Κατηγορούμενος: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

9) Κατηγοροῦν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

10) Κατηγοροῦντες: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

11) Κατηγορούντων: Γενική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα ΕνεργητικήςΦωνής.

12) Κατηγοροῦσιν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

13) Κατηγορῶν: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

ΝΟΜΟΙ-ΕΝΤΟΛΕΣ-ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ-ΠΡΟΣΤΑΓΕΣ-ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΕΙΣ:

Apoc 12:10: «κα κουσα φωνν μεγλην ν τ οραν λγουσαν· ρτι γνετο σωτηρα κα δναμις κα βασιλεα το θεο μν κα ξουσα το χριστο ατο, τι βλθη κατγωρ τν δελφν μν, κατηγορν ατος νπιον το θεο μν μρας κα νυκτς.»

1) Το ρήμα γενικά έχει την έννοια ομιλώ εναντίον κάποιου δημόσια (ιδιαίτ. ενώπιον δικαστών ή αρμόδιων ατόμων για κρίση), εγκαλώ, αποδίδω ενοχή, αποδίδω σε κάποιον ενοχή, εμφανίζομαι ως ενάγων, είμαι κατήγορος. 2) (Συνολ.) εμφανίζω, αποδεικνύω, υποδεικνύω, αγορεύω εναντίον κάποιου, απολογούμαι.

Από το ρ. παράγεται η λ. (ΚΕΙΜ.) κατήγωρ (Apoc 12:10) (κατήγορος), κατά+αγορεύω, ενώ αντιθ. είναι το ρ. ευλογέω, -ῶ (ευ-λογέω, -ῶ).

Η λ. συνδυάζεται στην παγκόσμια βιβλιογραφία με τη διαδικασία της Δίκης του Ιησού Χριστού (βλ. σχετ. Δικογραφία) (παραβ. Shürer II3 σελ. 213 υποσ. 88 και Ιώσηπ. ΙΑ 14,9,4).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 12:10: Psa 118:14  Luk 1:69  Rom 13:11  2Co 6:2  Heb 9:28  1Pe 1:5  Apoc 11:17  Apoc 11:15  Mat 24:30  Mat 25:32  2Co 5:10  Eph 1:10  1Th 4:16  Job 1:9  Zec 3:1

1) Η φράση «Ἴδε πόσα σοῦ κατηγοροῦσιν» (Mar 15:4) του Πιλάτου φανερώνει (κατά την άποψη ειδικών) ότι ο Πιλάτος σύμφωνα με τη διαδικασία (κατά το Ρωμαϊκό Ποινικό Δίκαιο) για να επιβληθεί ποινή θα έπρεπε μετά την απαγγελία της κατηγορίας υπό των κατηγόρων να ακολουθήσει η υπεράσπιση του κατηγορούμενου (Cic. Verr 1, 11, 34 και 1, 18, 54. Επίσης De Orat 1:33, 153 και Quint 6,4,2). Στη δίκη του Ιησού δεν υπήρξαν μάρτυρες υπεράσπισης προτρέπεται λοιπόν έντονα με τη φράση αυτή (του Πιλάτου) ο Ιησούς να υπερασπίση τον εαυτό του αλλά ο Ιησούς παραιτείται απαντώντας με τη σιωπή του «Οὐκέτι οὐδὲν ἀπεκρίθη ὥστε θαυμάζειν τὸν Πιλᾶτον» (παραβ. Mar 27:14) (παραβ. Sallust, Cat 52 De Confessis Sicuti de manifestis rerum capitalium more majorum supplicium sumundum").

2) Στη φράση: Τὸ τὶ κατηγορεῖται... στο εδάφιο Act 22:30 εμφανίζει στη φράση συνάρτηση του άρθρου κατά πλάγια ερώτηση. Πρόκειται για λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

3) Η σύνθετη αυτή λέξη Κατηγορῶ (βλ. ΡΙΖΑ) αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη) (παραβ: Ἀγαθοποιός 1Pe 2:14, Ἀγριέλαιος Rom 11:17, 24, Ἀγενεαλόγητος Heb 7:13 κ.ά).

4) Η λ. Κατηγορῶ ανήκει στην κατηγορία των συνθέτων λέξεων της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας με την προσθήκη πρόθεσης. Η σύνθεση αυτή δημιουργείται στα πλαίσια του Μεταρηματικού και του Μετονοματικού Συστήματος του Αρχαίου Ελληνικού γλωσσολογίου.

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Dan 6:5.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Accuse, Witness, condemn.

Κατηγορέω, ῶ, f. ήσω, pf. κατηγόρηκα, Plat. Polit. 605, C; to speak against any one; hence, to accuse; ὁ κατηγορῶν, an accuser before a public court; to inform against, blame, Demosth. 33, 7; to inveigh against, with gen.; also, to assert, predicate, Aristot. Anal. Prior.; to prove, show, or point out, Luc. i, 44; Plat. Alcib. i, 118, B; to appear manifest; ἐνταῦθα σαφέστατα κατηγορεῖ ὅτι τοῦτο οὕτως ἔχει, it hence appears very clearly, or is clearly proved that this is so, Plat. Phœd. 73, P; to utter, to assert any thing to the disadvantage of a person, i. e. to accuse one of any thing, Xen. Mem. 1, 3, 4; pf. pas. κατηγόρημαι, part. κατηγορημένος· τά κατηγορημένα, the charges preferred against any one, Dem. de Coron.; it governs generally the gen. of the person, and the accus. of the thing charged against him; rarely two genitives, Demosth. 515, pen. Fr. ἀγορεύω.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Adversus Aliquem Loguor, Acciso, Reprehendo, Accusare, Damnare.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Anklagen, Verurteilen.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Accusare, Condannare.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Accuser, Condamner.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Acusar, Condenar.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Acusar, Condenar.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Beschuldigen, Veroordelen.