Ευρετήριο

Καταπίνω



ΡΙΖΑ: < ΚΑΤΑ + ΠΙΝΩ (βλ. ΕΙΔ. ΑΝΑΦ. 1 και 3) (βλ.λ. Κατά και Πίνω).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Καταπίνω (βλ. συντ. παρατ. 1Ai),

2) Αφανίζω, εξολοθρεύω, καταβροχθίζω (βλ. συντ. παρατ. 1Ai, 2A).

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Κατά Mat 12:30, Πίνω Joh 6:13, Συμπίνω Act 10:41.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἐσθίω Heb 10:27, Κατεσθίω Mat 13:4, Τρώγω Joh 6:54, Πίνω Mat 24:38, Ποτίζω Mat 10:42, Ὑδροποτῶ 1Ti 5:23, Βρῶμα 1Co 3:2, 6:13, Βρώσιμον Luk 24:41, Βρῶσις Joh 4:32.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Νηστεύω Mat 4:2, Νῆστις Mat 15:32, Νηστεία 2Co 6:5, 11:27.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. καταπίνω, Πρτ. κατέπιον.

Μέσ. Ενεστ. καταπίνομαι, Πρτ. κατεπινόμην, Μελ. παθ. καταποθήσομαι, Αόρ. παθ. κατεπόθην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Καταπίνω

Α) Μεταβατικό

i) + αιτ.: καταπίνω κάτι (Apoc 12:16 …Ἡ γῆ κατέπιεν τὸν ποταμόν), αφανίζω (1Pe 5:8 …Ζητῶν τινά καταπίειν…).

2) Καταπίνομαι

Α) Αμετάβατο: αφανίζομαι, καταστρέφομαι (Heb 11:29 …Οἱ Αἰγύπτιοι κατεπόθησαν).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Καταπίνοντες: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

2) Καταποθῇ: γ΄ ενικό Υποτακτικής Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

3) Κατέπιεν: γ΄ ενικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

4) Κατεπόθη: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

5) Κατεπόθησαν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

6) Καταπίειν: Απαρέμφατο Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 12:16: «καὶ ἐβοήθησεν ἡ γῆ τῇ γυναικὶ καὶ ἤνοιξεν ἡ γῆ τὸ στόμα αὐτῆς καὶ κατέπιεν τὸν ποταμὸν ὃν ἔβαλεν ὁ δράκων ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 12:16: Tit 3:1  Apoc 13:11    12:17  Ge 3:15  Mat 24:9  Act 1:8  Apoc 1:9  Apoc 6:9

1) Η σύνθετη αυτή λ. Καταπίνω (βλ. ΡΙΖΑ) αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Κατεπόθη στο εδάφιο 1Co 15:54 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 25:8).

3) Η λ. Καταπίνω ανήκει στην κατηγορία των συνθέτων λέξεων της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας με την προσθήκη πρόθεσης. Η σύνθεση αυτή δημιουργείται στα πλαίσια του Μεταρηματικού και του Μετονοματικού Συστήματος του Αρχαίου Ελληνικού γλωσσολογίου.

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Gen 41:7,24, Exo 7:12, 15:12, Num 16:30.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Devour, Drown, Swallow, Gobble.

Καταπίνω, f. πίομαι, Aristoph. Eq., to drink up, suck in, absorb; to swallow down, devour; to gulp down, Id. Nub. 337; applied to eating as well as drinking; metaphor., to imbibe, οὐκ εἶ καταπίων, Εὐριπίδην, Id. Acharn. 484; pres. m. with future time, καταπίομαι, 2. a. act. κατέπιον, subj. καταπίω, ῃς, ῃ, pf. act. καταπέπωκα, f. pas. καταποθήσομαι, shall be drunk up, absorbed; pf. pas. καταπέπομαι, Poet. aor. κάππιον. Fr. πίνω.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Absorbere, Devorare, Glutire, Devorabimus, Devoret.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Schlucken, Verschlingen.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Ingoiare, trangugiare.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Avalez.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Tragar, Engullir.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Andorinha, Devorar.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Slikken, Slok.