Ευρετήριο

Λίβανος




ΡΙΖΑ: < εβρ. LEBONA < L..BN "λευκός".

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Το δένδρο που παράγει λιβάνι, (κατ' επέκταση) το λιβάνι, το θυμίαμα.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Λιβανωτός Apoc 18:13.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Θυμίαμα Luk 1:10, Θυμιατήριον Heb 9:4, ΚΑΠΝΟΣ Act 2:19, Apoc 8:4, 14:11, 19:3, ΑΡΩΜΑΤΑ Mar 16:1, Luk 23:56.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό β΄ κλίσης, αρσενικού γένους: Λίβανος, -ου.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Λίβανον: Αιτιατική ενικού.

2) Λίβανος: Ονομαστική ενικού.

ΛΕΞΙΚΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ:

Apoc 4:6: «κα νπιον το θρνου ς θλασσα αλνη μοα κρυστλλ. Κα ν μσ το θρνου κα κκλ το θρνου τσσαρα ζα γμοντα φθαλμν μπροσθεν κα πισθεν.»

Apoc 5:8: «Κα τε λαβεν τ βιβλον, τ τσσαρα ζα κα ο εκοσι τσσαρες πρεσβτεροι πεσαν νπιον το ρνου χοντες καστος κιθραν κα φιλας χρυσς γεμοσας θυμιαμτων, α εσιν α προσευχα τν γων»

Apoc 18:11-13: «Κα ο μποροι τς γς κλαουσιν κα πενθοσιν π ατν, τι τν γμον ατν οδες γορζει οκτι γμον χρυσο κα ργρου κα λθου τιμου κα μαργαριτν κα βυσσνου κα πορφρας κα σιρικο κα κοκκνου, κα πν ξλον θϊνον κα πν σκεος λεφντινον κα πν σκεος κ ξλου τιμιωττου κα χαλκο κα σιδρου κα μαρμρου, κα κιννμωμον κα μωμον κα θυμιματα κα μρον κα λβανον κα ονον κα λαιον κα σεμδαλιν κα στον κα κτνη κα πρβατα, κα ππων κα εδν κα σωμτων, κα ψυχς νθρπων.»

Όλα τα πολύτιμα πράγματα και αντικείμενα, κατά τους ιστορικούς της εποχής, ήταν είδη πολυτελείας, τα οποία πωλούσαν οι έμποροι σε πολύ υψηλές τιμές, όπως π.χ. τα μαργαριτάρια και η πορφύρα (παραβ. Mat 13:46). Πελάτες στους εμπρόρους ειδών πολυτελείας ήταν οι ηγεμόνες, οι εξέχοντες πολίτες και τα επιφανή πρόσωπα. Γνωστή «πορφυροπῶλις» ήταν η Λυδία από τα Θυάτειρα που έμενε στους Φιλίππους (Act 16:14,40).

Σχετικά με όλα αυτά, ο θεόπνευστος Λόγος του Θεού αναφέρει: «Ὡσαύτως [καὶ] γυναῖκας ἐν καταστολῇ κοσμίῳ μετὰ αἰδοῦς καὶ σωφροσύνης κοσμεῖν ἑαυτάς, μὴ ἐν πλέγμασιν καὶ χρυσίῳ ἢ μαργαρίταις ἢ ἱματισμῷ πολυτελεῖ» (1Ti 2:9).

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ:

Ι. Λίβᾰνος [], , (ἴδε κατωτ.), τὸ δένδρον τοῦ θυμιάματος, τὸ παράγον δηλ. τὸν λιβανωτόν, Ἡρόδ. 4. 75, Σοφ. Ἀποσπ. 906, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 9. 4, 3, κτλ.· ἱερόδακρυς λ. Μελανιππίδ. Ἀποσπ. 1 (ἴδε ἐν λ. κασία).

ΙΙ. = λιβανωτός, καθ’ ἣν ἔννοιαν εἶναι θηλ., Πινδ. Ἀποσπ. 87. 2, Εὐρ. Βάκχ. 144, Ἀναξανδρ. ἐν «Πρωτεσιλάῳ» 1. 37, Ἀνθ. Π. 9. 231, κτλ.· πρβλ. Λοβ. Φρύνιχ. 187. ( Ἴδε ἐν λέξ. κιννάμωμον).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 18:13: Jek 27:13

1) Η λ. Λίβανον στο εδάφιο Mat 2:11 περιλαμβάνεται σε μια «πρόταση κατά παράταξη» αντί της «σύνταξης καθ’ υπόταξη». Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Λίβανος χρησιμοποιείται σπάνια στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Exo 30:34, Lev 2:1,2,15,16.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Frankincense.

Λίβανος, ου, , the name of a mountain in Syria, Libanus; the frankincense-tree; frankincense, Eurip. Bacch. 144; Theophr. ix, 4; Herodt. iv, 75.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Thus.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Weihrauch.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Incenso.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Encens.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Incienso.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Incenso.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Wierook.