Ευρετήριο

Λαλέω, -ῶ




ΡΙΖΑ: α) ΛΑΛ-, ΛΑΛΟΣ, ΛΑΛΗ, ΛΑΛΑΖΩ, ΛΑΛΙΑ, β) ΛΑΛΟΣ, ΛΑΛ, ΛΑΛΕ, ΛΑΛ-Ε-Ω, ΛΑΛΩ, γ) ΙΝΔ/Ε: LA.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Φλυαρώ, πολυλογώ.

2) (Γεν.) ομιλώ, λέγω, διηγούμαι.

3) (Κυρ.) εκπέμπω άναρθρες κραυγές, ήχους (σε αντίθεση με τον έναρθρο λόγο).

4) Μιλάω, λέω πολλά άκαιρα και με απρέπεια.

5) (Για άνθρωπο) βγάζω φωνή, μιλάω.

6) (Μεταφ.) χάνω τη λογική μου, τρελαίνομαι.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Διαλαλῶ Luk 1:65, Προσλαλῶ Act 13:43, Ανεκλάλητος 1Pe 1:8, Καταλαλῶ Jac 4:11, Συλλαλῶ Luk 4:36, Ἐκλαλῶ Act 23:22.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Λέγω Mat 3:9, Ἀντιλέγω Act 13:45, Λόγος Mat 22:15, Εἴρω Rom 3:5, Προείρω Mat 24:25, Προλέγω Mat 24:25, Ἀντιλέγω Act 4:14, Διαλέγομαι Act 20:7, Φθέγγομαι Act 4:18, Αποφθέγγομαι Act 2:14, Ἀπολογοῦμαι Act 26:24, Εὐαγγελίζω 1Th 3:6, Προευαγγελίζομαι Gal 3:8, Κῆρυξ 1Ti 2:7, Κηρύσσω Mat 24:14, Κήρυγμα 1Co 1:21, 2:4, Προκηρύσσω Act 13:24, Παρρησιάζομαι Act 9:27, Πληροφορῶ 2Ti 4:17, Φημί Mat 26:61, Διασαφῶ Mat 18:31, Κακολογῶ Mat 15:4, Φωνῶ Mat 6:34, Προσφωνῶ Act 21:40, Ἐρωτῶ Joh 9:15, Ἐξηγοῦμαι Luk 24:35, Ἐρεύγομαι Mat 13:35, Ἑρμηνεύω Heb 7:2, Δυσερμήνευτος Heb 5:11, Αἰτῶ Mat 7:9,10, Ἀπαιτῶ Luk 6:30, Ἀνακρίνω 1Co 10:25,27, Κελεύω Mat 14:28, Καλῶ Act 7:58, Προστάσσω Mat 1:24, Ὀνομάζω Rom 15:20, Ἐπονομάζω Rom 2:27, Συναθροίζω Act 19:25, Ὁμιλῶ Act 20:11, Συνομιλῶ Act 10:27, Φλυαρῶ 3Jo 10, Ἀναγγέλλω Rom 15:21, Ἀπαγγέλλω Mat 8:33, Καταγγέλλω Act 13:5, Καλῶ Act 7:58.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Σιγῶ Luk 9:36, Σιωπῶ Mat 20:31, Φιμῶ Mar 4:39, Ἀλάλητος Rom 8:26.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας συνηρημένο σε -έω.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. λαλῶ, Πρτ. ἐλάλουν, Μέλ. λαλήσω, Αόρ. ἐλάλησα, Πρκ. λελάκηκα, Υπερσ. ἐλελακήκειν.

Μέσ. Ενεστ. λαλοῦμαι, Πρτ. ἐλαλούμην, Μελ. παθ. λαληθήσομαι, Αόρ. παθ. ἐλαλήθην, Πρκ. λελάλημαι, Υπερσ. ἐλελαλήμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Λαλῶ

Α) Αμετάβατο: μιλῶ

Β) Μεταβατικό

i) + αιτ. (πραγμ.) + δοτ. (προσ.): λέω κάτι σε…

ii) + αιτ. (πραγμ.): λέω κάτι.

iii) + δοτ. (προσ.): λέω-μιλώ σε κάποιον.

iv) + αιτ. (πραγμ.) + προς + αιτ.: λέω κάτι σε κάποιον.

v) + δοτ.προσ.) + περί + γεν.: μιλώ σε κάποιον για….

vi) + αναφ.πρ.+

2) Λαλοῦμαι

Α) Αμετάβατο: λέγομαι, αναγγέλλομαι.

Β) Μεταβατικό

i) + δοτ.: λέγομαι-αναγγέλλομαι σε…

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἐλάλει: γ΄ ενικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

2) Ἐλαλήθη: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

3) Ἐλάλησα: α΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

4) Ἐλαλήσαμεν: α΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

5) Ἐλάλησαν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

6) Ἐλαλήσατε: β΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

7) Ἐλάλησεν: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

8) Ἐλαλοῦμεν: α΄ πληθυντικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

9) Ἐλάλουν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

10) Λαλείτω: γ΄ ενικό Προστακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

11) Λαλείτωσαν γ΄ πληθυντικό Προστακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

12) Λαληθείς: Ονομαστι΄κη ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

13) Λαληθείσης: Γενική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

14) Λαληθέντος: Γενική ενικού μετοχής αρσενικού ή ουδετέρου γένους του Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

15) Λαλεῖ: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

16) Λαλεῖν: Απαρέμφατο Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

17) Λαλεῖς: β΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

18) Λαλεῖσθαι: Απαρέμφατο Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

19) Λαλεῖται: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

20) Λαλεῖτε: β΄ πληθυντικό Οριστικής ή Προστακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

21) Λαληθέντων: Γενική πληθυντικού μετοχής αρσενικού ή ουδετέρου γένους του Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

22) Λαληθῆναι: Απαρέμφατο Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

23) Λαληθήσεται: γ΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

24) Λαληθησομένων: Γενική πληθυντικού μετοχής ουδετέρου γένους του Μέλλοντα α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

25) Λαλῆσαι: Απαρέμφατο Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

26) Λαλήσαντες: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

27) Λαλήσας: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

28) Λαλήσει: γ΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

29) Λαλήσῃ: γ΄ ενικό Υποτακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

30) Λαλήσῃτε: β΄ πληθυντικό Υποτακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

31) Λαλήσουσιν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

32) Λαλήσω: α΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

- α΄ ενικό Υποτακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

33) Λαλοῦμεν: α΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

34) Λαλουμένη: Ονομαστική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

35) Λαλουμένοις: Δοτική πληθυντικού μετοχής αρσενικού ή ουδετέρου γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

36) Λαλούμενον: Αιτιατική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

-Ονομαστική ή αιτιατική ενικού μετοχής ουδετέρου γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

37) Λαλοῦν: Ονομαστική ή αιτιατική ενικού μετοχής ουδετέρου γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

38) Λαλοῦντα: Αιτιατική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

-Ονομαστική ή αιτιατική πληθυντικού μετοχής ουδετέρου γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

39) Λαλοῦντας Αιτιατική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

40) Λαλοῦντες: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

41) Λαλοῦντι: Δοτική ενικού μετοχής αρσενικού γένους ή ουδετέρου γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

42) Λαλοῦντος: Γενική ενικού μετοχής αρσενικού ή ουδετέρου γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

43) Λαλούντων: Γενική πληθυντικού μετοχής ασρενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

44) Λαλοῦσαι: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής θηλυκού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

45) Λαλοῦσαν: Αιτιατική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

46) Λαλούσης: Γενική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

47) Λαλοῦσιν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

-Δοτική πληθυντικού μετοχής αρσενικού ή ουδετέρου γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

48) Λαλῶ: α΄ ενικό Οριστικής ή Υποτακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

49) Λαλῶν: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

50) Λαλῶσιν: γ΄ πληθυντικό Υποτακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

51) Λελάληκα: α΄ ενικό Οριστικής Παρακειμένου Ενεργητικής Φωνής.

52) Λελάκηκεν: γ΄ ενικό Οριστικής Παρακειμένου Ενεργητικής Φωνής.

53) Λελαλημένοις: Δοτική πληθυντικού μετοχής αρσενικού ή ουδετέρου γένους του Παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

54) Λελάληται: γ΄ ενικό Οριστικής Παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 10:4: «καὶ ὅτε ἐλάλησαν αἱ ἑπτὰ βρονταί, ἤμελλον γράφειν, καὶ ἤκουσα φωνὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ λέγουσαν· σφράγισον ἃ ἐλάλησαν αἱ ἑπτὰ βρονταί, καὶ μὴ αὐτὰ γράψῃς.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 10:4: Dan 12:4

1) Η λ. Ἐλάλουν στο εδάφιο 1Co 13:8 αναφέρεται σε ομοιοτέλευτο σχήμα λόγoυ δηλ. με φράση στην οποία συμμετέχουν ή τελειώνουν με τις ίδιες ή με ομόηχες λέξεις.

2) Η λ. Λαλῶ στο εδάφιο 1Co 13:1 περιλαμβάνεται σ’ ένα κεφάλαιο όπου διακρίνονται φράσεις αναφοράς με απαρίθμηση περιπτώσεων. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές γραφές (Καινή Διαθήκη).

3) Η λ. Ἐλάλουν στο εδάφιο 1Co 13:11 περιλαμβάνεται σ’ ένα κεφάλαιο όπου διακρίνονται φράσεις αναφοράς με απαρίθμηση περιπτώσεων. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

4) Η λ. Λαλούμενον στο εδάφιο 1Co 14:9 μεταφέρει εικόνα και παρομοίωση από την καθημερινή ζωή των βιβλικών χρόνων (εδώ από τη ζωή των καλλιτεχνών). Αναφέρεται ως ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό του (πρωτότυπου) κειμένου των Χριστιαν. Ελλην. Γραφών (Καινής Διαθήκης). 5) Η λ. Λαλῶ στο εδάφιο Luk 13:1 περιλαμβάνεται σε μια περιγραφή με ποιητική έξαρση ως ένας ύμνος χωρίς μέτρο. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό του (πρωτότυπου) κειμένου των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

6) Η λ. Λαλεῖν στα εδάφια Mat 9:18, 12:46, 17:5 θεωρείται παλαιά λ. της "Κοινής" Ελλην. Γλώσσας η οποία δίνει νέα (ή και διευρύνει) έννοια και σημασία. Ως τέτοια περιλαμβάνεται στο κείμενο των Χριστιαν. Ελλην. Γραφών (Καινή Διαθήκη).

7) Η λ. Λάλησεν στο εδάφιο Act 3:23 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Deu 18:15-18).

8) Η λ. Λαλήσω στο εδάφιο 1Co 14:21 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Hsa 28:11).

9) Η λ. Λαλεῖτε στο εδάφιο Eph 4:25 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Zac 8:16).

10) Η λ. Λαλῆσαι (μη) στο εδάφιο 1Pe 3:10 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Psa 34:12-16).

11) Το ρήμα Λαληθῆναι στο εδάφιο Act 13:46 είναι σε ενικό αριθμό παρ' όλον ότι τα υποκείμενα είναι πλείονα (δηλ. περισσότερα από ένα) πρόκειται για ένα λογοτεχνικό φαινόμενο της "Κοινής" Ελλην. Γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιαν. Ελλην. Γραφές (Καινή Διαθήκη).

12) Στο εδάφιο 1Co 14:11 το ρήμα «Ἔσομαι τῷ λαλοῦντι» αναγράφεται με έναρθρο απαρέμφατο. Το φαινόμενο είναι «αρχαιοελληνικός ιδιωματισμός» και μάλιστα «αττικισμός» της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές γραφές (Καινή Διαθήκη).

13) Η λ. Λαλεῖν στα εδάφια Mat 9:18, 12:46, 17:5 θεωρείται «παλαιά» λέξη της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας η οποία δίνει νέα (ή και διευρύνει) την έννοια και σημασία. Ως τέτοια περιλαμβάνεται στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

14) Η λ. Λαλοῦντας στο εδάφιο Mat 15:31 περιλαμβάνεται σε μια πρόταση η οποία διακρίνεται για τη «βραχύτητα της περιόδου» αυτής. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

15) «Ἐλάλησεν ὁ κωφὸς» Mat 9:33. – Παθ., «λαληθήσεταί σοι τί σε δεῖ ποιεῖν, θά σοι λεχθῇ...», Act 9:6.

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Gen 12:4, 16:13, 17:3,22,23, Joe 1:1, 2:28, 29, 31 (Act 2:11).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Prate, Say, Speak, Talk, Tell, Preach, Utter, To talk much, Chatter.

Λαλέω, ῶ, f. ήσω, to make a noise; to talk much; to speak inconsiderately; to prate, chatter, Aristoph. Nub. 501; to speak, Soph. Phil. 110; to chirp or twitter, as birds, insects, etc.; 1. a. ἐλάλησα, pf. pas. λελάλημαι.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Lallo, Lallare, Loquor, Dico, Lallo, Nugor, Ineptio.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Schwatzen, Sagen, Sprechen, Zu viel.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Parla, Predicare, Di parlare molto, Commento.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Parler, Dites, Tell, Prêchez, Utter, Parler beaucoup, Chatcheur.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Parlotean, Hablar, Predicar, Absoluta, Hablar mucho.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Tagarelam, Fale, Conversa, Falar muito, Remova os anúncios.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Zeg, Spreken, Praten, Predik, Te veel praten, Gebruikersnaam Chatter.