Ευρετήριο

Λέγω (ΟΜ.)


Λέγω (Α)

Λέγω (Β) Κ.Δ. (Ε.Γ./ΚΕΙΜ.)



ΡΙΖΑ: λεχ-, λεγ-.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Κατακλίνω, πλαγιάζω κάποιον, κοιμίζω, αποκοιμίζω (Ξ 252, Ω 635).

2) (Μέσ.) κατακλίνομαι, πλαγιάζω, εξαπλώνομαι, στρώνομαι (για να κοιμηθώ, στρατοπεδεύω) (Ι 67, 617, ξ 413, δ 453, Ω 635, 650).

3) Συλλέγω, συναθροίζω, συνάζω, μαζεύω (Λ 755, Ψ 239, σ 359, ω 224).

4) Βάζω σε μία τάξη, καταλέγω, κατατάσσω, συγκαταριθμώ (δ 452, Γ 188, Ν 276, ι 335).

5) Απαριθμώ, αφηγούμαι, διηγούμαι, περιγράφω (Β 222, ξ 197, τ 203), συνδιαλέγομαι επί μεγάλο χρονικό διάστημα (Υ 240, ν 296)..

6) (Μεταφ.) εκλέγω, διαλέγω για τον εαυτό μου (Β 125).

7) (Μέσ.) συλλέγομαι, συναθροίζομαι (θ 507, 547).

8) Συγκαταλέγομαι, συναριθμούμαι, διηγούμαι (Ν 292, β 435, γ 240, δ 451).

9) Διαλέγομαι, συνδιαλέγομαι, συνομιλώ για κάτι (Ν 292, Υ 244, γ 240, ν 296).

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Λεκτός, Λογάς, Καταλέγω, Συλλογή, Ἐκλογή, Λέξις, Λόγος, Λογίζομαι, Λέχος, Λεχώ, Ἄλοχος, Λόχος, Λόχμη, Λέκτρον, Λογάς, Ἐκλεκτός, Ἐπιλογή, Διαλογή, Σύλλεκτος.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. λέγω, Πρτ. ἔλεγον, Μέλ. Λέξω και ἐρῶ, Αόρ. ἔλεξα και εἶπα, Αόρ. β΄ εἶπον, Πρκ. εἴλοχα και εἴρηκα, Υπερσ. εἰρήκειν.

Μέσ. Ενεστ. λέγομαι, Πρτ. ἐλεγόμην, Μέλ. μέσ. λέξομαι, Μελ. παθ. λεχθήσομαι ή ῥηθήσομαι, Αόρ. μέσ. ἐλεξάμην, Αόρ. παθ. ἐλέχθην και ἐρρήθην, Αόρ. β΄ παθ. ἐλέγην, Πρκ. εἴλεγμαι ή λέλεγμαι και εἴρημαι, Υπερσ. εἰρήμην.

- Στη λ. «λέξεται» στη Ραψωδία Δ 131, η ρίζα του ρήματος είναι «λεχ-» (επικώς), προφανώς «λεχώνα» μάνα από το λέχος (ανάκλιντρο, κρεβάτι) αντί του «λεγ-» (ΙΝΔ/Ε «leg-») συλλέγω, συναθροίζω, μαζεύω (οστά Ψ 239, 252, ω 7), ἀκάνθας (αιμασιάς) (σ 359, ω 224), απαριθμώ, αφηγούμαι, (Ι 67, 617, ξ 413, δ 453, Ω 635, 650), περιγράφω, διηγούμαι (Ε 5, λ 374), συλλέγω (ξύλα) (Θ 507, 574), διαλέγομαι (Ν 275), συνομιλώ (Ν 292, Υ 244, γ 240, ν 296).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Ομηρική Γραμματική.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Λέγω

Α) Αμετάβατο: λέγω, μιλώ.

Β) Μεταβατικό

i) + αιτ. (πραγμ.) + δοτ. (προσ.): λέω κάτι σε κάποιον.

ii) + αιτ.: λέγω-ισχυρίζομαι κάτι.

iii) + δοτ.: μιλώ-λέω σε κάποιον.

iv) + δοτ. + ειδ. πρ.: λέω σε κάποιον ότι…..

v) + ειδ. απαρ.: λέω ότι….

vi) + ειδ. προτ.: βλ. (1Βv).

Γ) Συνδετικό

i) + αιτ. + κατηγ.: ονομάζω κάποιον ως…..

2) Λέγομαι

Α) Συνδετικό

i) + κατηγ.: λέγομαι-ονομάζομαι ως…

- Η φράση του κειμένου «ὡς ὅτε μήτηρ παιδός ἐέργῃ μυῖαν ὅθ’ ἡδέϊ λέξεται ὕπνῳ» (Δ 131) ερμηνεύεται ακολούθως: «όπως όταν μια νεαρή (λεχώνα) μάνα διώχνει τη μύγα πάνω από το παιδάκι της καθώς αυτό απολαμβάνει γλυκά τον ύπνο του» (παραβ. ΓΡΑΜΜ. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΛΕΞΗ-ΦΡΑΣΕΙΣ-ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ-ΛΕΚΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ-ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ (ΓΝΩΜΙΚΑ):

ΛΕΞΗ: Η λ. προέρχεται ετυμολογικό από τη ρίζα λεχ- και λεγ-. Διαμορφώνει ένα πλαίσιο νοημάτων αρχίζοντας από μια διανοητική επεξεργασία, συλλέγοντας τις πληροφορίες, στη συνέχεια τις τακτοποιεί διανοητικά και στη συνέχεια, αφού τις έχει ήδη απαριθμήσει, τις αφηγείται, τις διηγείται και τις περιγράφει κατάλληλα, ανάλογα με την πλοκή του έργου, προκειμένου να δομηθούν μια σειρά από γεγονότα τα οποία φροντίζει ο δημιουργός του έργου (εδώ ο Όμηρος) να αναφερθούν με κατάλληλη ποιητική γλαφυρότητα για τη σύνθεση της υπόθεσης της μυθικής ιστορίας.

Έτσι υπάρχουν αναφορές με διαπλοκές που έχουν σχέση για την προετοιμασία ενός ανθρώπου για ύπνο σ’ ένα κρεβάτι όπου θα πλαγιάσει, θα ξαπλώσει, θα κατακλιθεί για να ξεκουραστεί απολαμβάνοντας τον ύπνο του.

Σε μια άλλη μορφή διαπλοκής, η λ. συνδυάζεται με συλλογή, κατάταξη, αφήγηση και περιγραφή μιας μυθικής ιστορίας, η οποία προφανώς θα προκαλέσει εντύπωση στον αναγνώστη καθώς αυτή εμφανίζεται με μια γλαφυρή ποιητική εξιστόρηση με την Ομηρική τέχνη της παραγωγής ποιημάτων, παγκόσμια γνωστή και ως «Ομηρική ποίηση».

Σταχυολογούμε μερικές από τις επικές διαπλεκόμενες ιστορίες στις Ραψωδίες τόσο της Ιλιάδας όσο και της Οδύσσειας: 1) Θα στρώσω το κρεβάτι (Σ 598), 2) θα ξαπλώσω (λέξομαι) στο κρεβάτι για να κοιμηθεί (παραβολικά) ο νους (Ξ 252, Ω 635), 3) θα ξαπλώσω (λέξεται) στη μέση (ρ 102), θα κοιμηθώ βαθιά (λέξεαι) (η 319), 4) ας μη διαλεγόμεθα (λεγώμεθα) πλέον αναβάλλοντας το έργο μας (Β 435), 5) συλλέγω, διαλέγω, επιλέγω: α) νεαρούς άνδρες (λέξατο) (Φ 27), β) μερικά οστά σε μια (οστεο)θήκη χρυσή συνέλεγαν (ἄλλεγον) (Ψ 253), γ) συνέλεγαν, συγκέντρωσαν (λέγοντο) (Θ 548 ) κρινάμενος (Λ 697) λέγοντες (Λ 755), 6) τι ανάγκη υπάρχει να λέγονται (λέγεσθαι) όλα αυτά; (Ν 275), 7) ενώθηκα (ελέχθην) εκείνη την ημέρα (Γ 188) κ.λπ.

ΦΡΑΣΕΙΣ: (ρ. λεχ-:) «λέξον νῦν με τάχιστα, διοτρεφές, ὄφρα καὶ Ἤδη» (Ω 635), (ρ. λεγ-:) «κτεύοντές τ’ αὐτοὺς ἀνα τα’ έντεα καλά λέγοντες» (Λ 755), «μηκέτι νῦν δηθ’ αὖθι λεγώμεθα) (Ιλ. Β 435), «λέξεται ὕπνῳ» (Ιλ. Δ 131).

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ: Από τη ρίζα λεχ- επικώς, λογίως (για εκφράσεις σε αρχαΐζουσα εξεζητημένη έκφραση) (κατακλίνομαι, κοιμίζω, αποκοιμίζω (δ 453) – συνάζω, συλλέγω, συναθροίζω (Ψ 239) – κατατάσσω τα συλλεγέντα σε μια τάξη και τα συγκαταριθμώ (δ 452). Σε ενεργητική και σε παθητική μορφή οι σχετικές εκφράσεις καταλήγουν στις αναφορές: συνομιλώ, διαλέγομαι, συνδιαλέγομαι (Ν 292, Υ 244, γ 240, ν 296).

ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ (ΓΝΩΜΙΚΑ): «Μηκέτι ταῦτα λεγώμεθα, μηκέτι νῦν δηθ’ αὖθι λεγόμεθα – τὶ σὲ χρῆ ταῦτα λέγεσθαι;» (Ν 275, γ 240, ν 296).

ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ: Ω 650, υ 320, Ι 617, τ 598, Ω 635, Ξ 252, Ξ 350, δ 413, 453, Δ 131, η 319, ρ 102, τ 595, Ι 67, Θ 519, Β 125, Β 435, Λ 755, Ψ 239, 252, ω 72, σ 359, ω 224, δ 452, Γ 188, Ν 276, ε 5, λ 374, Β 222, Θ 507, 547, Φ 27, ω 108, Β 125, Θ 519, ι 335, δ 451, Ν 292, Υ 244, γ 240, ν 296, Β 435, Ν 275.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Say, Tell.

Λέγω , ipf. ἔλεγ̓, λέγε, λέγομεν, fut. part. λέξοντες, aor. ἔλεξεν, imp. λέξον, mid. pres. subj. λεγώμεθα, ipf. λέγοντο, fut. λέξομαι, aor. λέξατο, aor. 2 ἐλέγμην, ἔλεκτο, λέκτο, imp. λέξο, λέξεο, pass. aor. ἐλέχθην. The above forms are common to two distinct roots λεγ, gather, and λεχ, lay. —I. root λεγ, gather, collect, Il. 23.239, Il. 10.755, Od. 18.359, Od. 24.72, 224; count, Od. 4.452; pass., Il. 3.188; then enumerate, recount, tell, relate, Il. 2.222, Od. 5.5, Od. 11.374; mid., collect for oneself, count oneself in, select, Il. 8.507, 547, Od. 9.335, Il. 2.125; λέκτο ἀριθμόν, counted over the number (for himself), Od. 4.451; also talk over (with one another), μηκέτι ταῦτα λεγώμεθα, Od. 3.240.—II. root λεχ, act. aor. 1, lay, put to bed or to rest, Il. 24.635; met., Il. 14.252; mid., fut. and aor. 1 and 2, lay oneself down, lie down to sleep, lie, Od. 4.413, 453, Il. 4.131, Θ 519, Il. 9.67.