Ευρετήριο

Θυμίαμα




ΡΙΖΑ: < ΘΥΜΙΩ < θ. ΘΥΜ- του ρ. ΘΥΩ, βλ.λ. ΘΥΩ.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Θυμίαμα.

2) Το λιβάνι: Αρωματική ρητινώδης ουσία (είδους κόμμι) που καίγεται με κάρβουνο σε θυμιατήρι αναδίδοντας ένα ευωδιαστικό άρωμα σε ειδικές περιστάσεις και τελετουργίες από διάφορα θρησκευτικά, Ιουδαϊκά, Βουδιστικά και Χριστιανικά δόγματα, όπως και στους Ρωμαίους αυτοκράτορες σε φλόγα μπροστά στο θρόνο τους.

3) Στις Ελληνικές Χριστιανικές Γραφές (Καινή Διαθήκη) η λέξη ως όρος έχει μεταφορική μόνο έννοια και σημασία (ως προσευχή) (Apoc 8:3,4).

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Θυμιῶ Luk 1:9, Θυμιατήριον Heb 9:4.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Θύω Mat 22:4, Θυσία Luk 2:24, Eph 5:2, Θυσιαστήριον Μat 5:23, Ὀσμή Joh 12:3, Εὐωδία Eph 5:2, Ἄμωμος Apoc 18:13, Λιβανωτός Apoc 8:3,5, Καπνός Apoc 8:4.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀφανίζω Jac 4:14.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό γ΄ κλίσης, ουδετέρου γένους: Θυμίαμα, -ατος.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Θυμιάματα: Αιτιατική πληθυντικού.

2) Θυμιάματος: Γενική ενικού.

3) Θυμιαμάτων: Γενική πληθυντικού.

ΕΞΕΙΚΟΝΙΣΤΙΚΗ ΛΕΚΤΙΚΗ ΦΡΑΣΕΟΛΟΓΙΑ:

Apoc 20:6: «μακριος κα γιος χων μρος ν τ ναστσει τ πρτ· π τοτων δετερος θνατος οκ χει ξουσαν, λλ σονται ερες το θεο κα το Χριστο κα βασιλεσουσιν μετ ατο] χλια τη.»

Οι χρισμένοι νικητές εμφανίζονται, εδώ, στον τελικό διορισμό τους ως «ιερείς του Θεού και του Χριστού», οι οποίοι βασίλευσαν μαζί τους τα χίλια χρόνια (Apoc 20:6).

Επισημαίνεται ότι οι χρισμένοι έχουν κάποια ουράνια ιερατική υπηρεσία παρόμοια των ιερέων στο Αρχαίο Ισραήλ, οι οποίοι έκαιγαν θυμίαμα για τον Ιεχωβά -τότε- μέσα στη σκηνή. Η υπηρεσία αυτή καταργήθηκε αργότερα με το σταυρικό θάνατο του Ιησού Χριστού (Col 2:14).

Τέλος αναφέρει ότι σύμφωνα με το Ιουδαϊκό σύστημα πραγμάτων καιγόταν καθημερινά θυμίαμα στη σκηνή της μαρτυρίας (Apoc 8:3,4). Την ώρα της προσφοράς του θυμιάματος ο λαός περίμενε έξω από το ναό και προσευχόταν. Τώρα ο Ιωάννης βλέπει να συμβαίνει κάτι παρόμοιο και στον ουρανό, καθώς άγγελος προσφρέρει θυμίαμα και το συνδέει με «την προσευχή των αγίων» (παραβ. Luk 1:10, Apoc 5:8 Esa 14:1,2).

Τέλος το λιβάνι, που παράγει με την καύση του θυμίαμα, συνδυάζεται με τον υλικό πλούτο των πλούσιων εμπόρων που τώρα κλαίνε και πενθούν για την κατάσταση της στενής φίλης και πελάτισσάς τους της Βαβυλώνας της Μεγάλης (Apoc 18:13).

Ενδεικτικά αναφέρεται ότι οι ιεραπόστολοι του Χριστιανικού κόσμου άνοιγαν καινούργιες αγορές για το παγκόσμιο σύστημα της ψεύτικης θρησκείας που αντιπροσωπεύει η Βαβυλώνα η Μεγάλη. Μάλιστα δε, τον 17ο αιώνα μ.Χ. στην Ιαπωνία, ο Καθολικισμός αναμείχθηκε, για να προωθήσει μια τέτοια προσπάθεια, ακόμη και με φεουδαρχικό πόλεμο, όπως αναφέρει σχετικά η Encyclopedie Britannica.

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ:

1) Το θυμίαμα είναι μια ρητινώδης ουσία, η οποία καιόμενη συνήθως πάνω σε αναμμένα κάρβουνα αναδίδει ευχάριστες και ευάρεστες αρωματικές αναθυμιάσεις. Ως ιερό το θυμίαμα καθιερώθηκε αρχικά με θεία υπόδειξη στον Μωϋσή (παραβ. Ο΄ Exo 30:1,7, 34-38).

Επειδή ο Μωσαϊκός νόμος «ὡς σκιά μελλόντων ἀγαθῶν» (παραβ. Heb 10:1) το θυμίαμα αντιπροσωπεύει τις αποδεκτές προσευχές των πιστών δούλων του Θεού (παραβ. Ο΄ Pro 15:8, Heb 5:7, 1Th 3:10).

Διευκρινίζεται εδώ ότι η χρήση του θυμιάματος ως ευάρεστη και αποδεκτή «ὀσμή εὐωδίας» για το θεό είναι στενά και άρρηκτα, αδιάσπαστα συνδεδεμένη με την αγνή και καθαρή λατρεία.

Για το λόγο αυτό, η συνήθεια της καύσης του θυμιάματος, στα πλαίσια της απόδοσης αγνής και καθαρής «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ», στη χριστιανική λατρεία (παραβ. Joh 4:23-26) δεν βρίσκει καμία απολύτως Γραφική βάση. Έτσι η αληθινή χριστιανική εκκλησία δεν χρησιμοποιεί θυμίαμα είτε σε ατομική είτε σε εκκλησιαστική βάση για θρησκευτικούς λόγους και σκοπούς. Τέλος επισημαίνεται ότι σχετικές αναφορές αναφέρουν ότι οι πρώτοι χριστιανοί, στα πλαίσια της απόδοσης λατρείας, δεν χρησιμοποιούσαν ποτέ θυμίαμα ούτε φυσικά εμπορεύονταν θυμίαμα καθώς η χρήση του ήταν γνωστή σε ευρύ φάσμα εφαρμογών στα ειδωλολατρικά πλαίσια (παραβ. Τερτυλλιανός: περί ειδωλολατρείας Κεφ. XI. Βλ. επίσης: περί των εξωχριστιανικών θρησκευμάτων και φιλοσοφημάτων γνωμών (μεταξύ άλλων) και του Τερτυλλιανού: Λ. Φιλιππίδου: Η ιστορία των θρησκευμάτων καθ’ εαυτήν και εν χριστιανική θεολογία Αθήνα 1938, σελ. 168 εξ.).

2) Η λ. Θυμίαμα συνδέεται στα Κείμενα με την προσευχή. Το να απευθύνεται στον Θεό ένας αφιερωμένος και βαπτισμένος Χριστιανός είναι ένα ειδικό προνόμιο. Όλοι πρέπει να αφιερώσουν χρόνο για τακτική προσευχή με σεβασμό, ευλάβεια και αξιοπρέπεια (παραβ. Psa 102:13,14).

Στην προσευχή μπορούμε να λέμε κάθε τι που μας απασχολεί. Κυρίως όμως οι προσευχές μας θα πρέπει ν’ αντανακλούν το αμέριστο ενδιαφέρον μας για τον Αγιασμό του Θεσπέσιου Ονόματος του Ιεχωβά Θεού. Επιθυμούμε ζωηρά και θέλουμε να θεωρείται Άγιο το Θεσπέσιο Όνομά Του. Γι’ αυτό λαχταρούμε να δούμε να καθαρίζεται το Θείο Όνομα του Ιεχωβά Θεού μας από όλο το όνειδος που έχει συσσωρεύσει πάνω σ’ αυτό κατά τη διάρκεια των αιώνων.

Όλοι οι πιστοί Χριστιανοί επιθυμούν με όλη την καρδιά τους να αγιάζουν με λόγια και πράξεις το Θείο Όνομα του Ιεχωβά Θεού.

Έτσι οι προσευχές τους απευθύνονται ως θυμίαμα (Psa 140:2).

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 5:8: «Κα τε λαβεν τ βιβλον, τ τσσαρα ζα κα ο εκοσι τσσαρες πρεσβτεροι πεσαν νπιον το ρνου χοντες καστος κιθραν κα φιλας χρυσς γεμοσας θυμιαμτων, α εσιν α προσευχα τν γων»

Apoc 8:4: «κα νβη καπνς τν θυμιαμτων τας προσευχας τν γων κ χειρς το γγλου νπιον το θεο.»

Ο Ιεχωβά Θεός αποκαλείται «Αυτός που ακούει προσευχή» και ακούει με γνήσια και πραγματική κατανόηση (Psa 65:2). Έτσι δεν ανέχεται απλά τις προσευχές των πιστών υπηρετών Του, αλλά στην πραγματικότητα βρίσκει καθαρή ευχαρίστηση σ’ αυτές τις προσευχές, με αίσθημα βαθιάς ικανοποίησης και χαράς που προκαλείται από την ενέργεια των πιστών λάτρεών Του.

Ο Λόγος Του παρομοιάζει τις προσευχές αυτές με «θυμίαμα ενώπιόν Του», καθώς το κάψιμο του θυμιάματος κατευθυνόμενο προς τα πάνω στέλνει ένα ευωδιαστικό κατευναστικό καπνό (παραβ. Psa 141:2).

Πραγματικά είναι πολύ παρηγορητικό και ενθαρρυντικό να γνωρίζουμε ότι όλες οι ειλικρινείς προσευχές μας (ως παρόμοιες με το θυμίαμα) ανεβαίνουν και ευαρεστούν τον Υπέρτατο Κύριο, Δημιουργό και Θεό μας (Psa 48:14).

Η προτροπή, λοιπόν, είναι αν θέλει ένας πιστός και αφιερωμένος λάτρης του Ιεχωβά Θεού να πλησιάσει τον Δημιουργό του, τον Ιεχωβά Θεό με προσευχή και να προσπαθεί να το κάνει αυτό κάθε μέρα: Να ανοίγει διάπλατα την καρδιά του ενώπιόν Του και να μη διστάζει, με ειλικρίνεια, σεβασμό, δέος και μ’ ένα υγιές αίσθημα φόβου να του λέει τα πάντα (Psa 62:8).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 5:8: Psa 141:3  Apoc 8:4 

Apoc 8:3: Apoc 5:8

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο’): Gen 37:25, 43:11, Exo 30:1,7,8, 34:25, 1Ch 6:34, 2Ch 26:19.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Incense.

Θυμίαμα, ατος, τό, Ion. θυμίημα, Herodt. I, 198; a fumigation with fragrant gums, perfume, incense offerings, Soph. Œd. T. 4. Fr. θύω.

θυμί-αμα, Ion. θυμί-ημα, ατος, τό,

incense, Hdt.1.198, Amphis 27, PTeb.112.22 (ii B.C.), Phld.Vit.p.37J.; name of a particular kind (perh.= ἀμμωνιακόν), Edict.Diocl, in Ἀθηνᾶ 18.6 (Tegea): usu. in pl., fragrant stuffs for burning, Hdt.2.130, 7.54, S.OT4, Ar.Av.1716, Pl.R.373c, IG5(2).514 (Lycosura), Apoc.5.8; -ιάματα ἑρπετῶν fumigations, Philum.Ven. 6 tit.

stuff for embalming, Hdt.2.86, 4.71.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Incensum, Suffimen, Suffimentum, Subfimen, Subfimentum, Thus, Balsamum, Tus, Thymiama.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Weihrauch, Duft.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Odore d'incenso, Incenso.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Encens.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Incienso.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Incenso, Lisonja, Elogio.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Wierook.