Ευρετήριο

Ἔρημος



ΡΙΖΑ: < ΕΡΗΜΟΣ, αγν. ετύμου.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) (Επί τοπ.) έρημος, μοναχικός, απομεμονωμένος, ακατοίκητος.

2) (Επί προσώπ.) μονήρης, εγκαταλελειμμένος, αβοήθητος.

3) Άνυδρη, αμμώδης περιοχή μεγάλης εκτάσεως με ελάχιστο δείκτη βροχοπτώσεως, που μπορεί να συντηρεί πολύ λίγες προσαρμοσμένες μορφές ζωής.

4) Εγκατάλειψη, ερήμωση, ερημιά.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἐρημῶ Apoc 17:16, Ἐρημία Mat 15:33, Ἐρήμωσις Mat 24:15.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ὀρφανός Jac 1:27, Μονῶ 1Ti 5:5, Μόνος Mat 14:23, Ξηραίνω Jac 1:11, 1Pe 1:24, Ὕδωρ Apoc 16:12, Κίνδυνος 2Co 11:26.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀνάψυξις Act 3:20, Ἀναψυχῶ 2Ti 1:16, Πόλις 2Co 11:26, Χόρτος, Δένδρον Apoc 8:7, 9:4.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό β΄ κλίσης, θηλυκού γένους: Ἔρημος, -ου.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἐρήμοις: Δοτική πληθυντικού.

2) Ἔρημον: Αιτιατική ενικού.

3) Ἔρημος: Ονομαστική ενικού.

4) Ἐρήμου: Γενική ενικού.

5) Ἐρήμους: Αιτιατική πληθυντικού.

6) Ἐρήμῳ: Δοτική ενικού.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 12:6: «καὶ ἡ γυνὴ ἔφυγεν εἰς τὴν ἔρημον, ὅπου ἔχει ἐκεῖ τόπον ἡτοιμασμένον ἀπὸ τοῦ θεοῦ, ἵνα ἐκεῖ τρέφωσιν αὐτὴν ἡμέρας χιλίας διακοσίας ἑξήκοντα.»

Apoc 12:14: «καὶ ἐδόθησαν τῇ γυναικὶ αἱ δύο πτέρυγες τοῦ ἀετοῦ τοῦ μεγάλου, ἵνα πέτηται εἰς τὴν ἔρημον εἰς τὸν τόπον αὐτῆς, ὅπου τρέφεται ἐκεῖ καιρὸν καὶ καιροὺς καὶ ἥμισυ καιροῦ ἀπὸ προσώπου τοῦ ὄφεως.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 12:6: Psa 55:7 

Apoc 12:14: Psa 55:7

1) Η λ. Ἐρήμῳ στο εδάφιο Luk 15:4 μεταφέρει μια εικόνα προβάτων η οποία περιλαμβάνεται σε μια περιγραφή της επίδρασης των Χριστιαν. Ελλην. Γραφών (Καινής Διαθήκης). Οι περιγραφές αυτές αναφέρονται και στα πλαίσια των λογοτεχνικών χαρακτηριστικών του πρωτότυπου κειμένου των Χριστιαν. Ελλην. Γραφών (Καινής Διαθήκης).

2) Η λ. Ἐρήμῳ στο εδάφιο Mat 3:3 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 40:3).

3) Η λ. Ἐρήμῳ στο εδάφιο Mar 1:2 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 40:3).

4) Η λ. Ἔρημος στο εδάφιο Act 1:20 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Psa 69:25).

5) Η λ. Ἐρήμου στο εδάφιο Gal 4:27 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 54:1).

6) Η λ. Ἐρήμῳ στο εδάφιο Act 7:42 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Amo 5:25-27).

7) Η λ. Ἐρήμῳ στο εδάφιο Heb 3:8 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Exo 17:7).

8) Η λ. Ἔρημος στα εδάφια Mat 14:13, Mar 1:35, 6:31, 32, 35 αναφέρεται σε μια φράση όπου το ουσιαστικό παραλείπεται (επειδή εννοείται). Πρόκειται για λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Desert, Desolate, Solitary, Wilderness.

Ἔρημος, oυ, , scil. χώρα, a desert, a wilderness. See next.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Desertus, Desertum, Solitudo.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Wüste, Desolate, Solitary.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Deserto, Desolato, Solitario.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Désert, désolé, Solitary.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Desierto, Solitario.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Deserto, Desolado, Solitário.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Woestijn, Desolate, Solitary.