Ευρετήριο

Ἐργάζομαι



ΡΙΖΑ: < ΕΡΓΟΝ + -ΑΖΩ/-ΟΜΑΙ (βλ.λ. Ἔργον).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) είμαι απασχολημένος, εργάζομαι (βλ. συντ. παρατ. 1Βii).

2) απεργάζομαι, εκτελώ, επιτελώ (βλ. συντ. παρατ. 1Βi).

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Προσεργάζομαι Luk 19:16, Κατεργάζομαι Rom 1:27, Περιεργάζομαι 2Th 3:11, Ἐργασία Eph 4:19, Ἔργον Phl 1:22, Ἐργάτης Mat 20:1,2,8, Συνεργῶ Rom 8:28, Συνεργός Plm 1,24, Ἐνέργεια Col 2:12, Ἐνέργημα 1Co 12:6.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Κοπιῶ Rom 16:12, Mat 11:28, Χείρ Eph 4:28, Κερδαίνω Mat 16:26, Πράσσω Luk 3:13, Ποιῶ Mat 17:4, Ἐπιτελῶ 2Co 8:6,11, Διαπραγματεύομαι Luk 19:15, Προσφέρω Joh 16:2, Παρέχω Luk 7:4, Χειμάζω Act 27:18, Φιλοτιμοῦμαι 2Co 5:9, Σπουδάζω Heb 4:11, Ἀγωνίζομαι Col 4:12, Πραγματεύομαι Luk 19:13, Γίνομαι Luk 4:23, Ἐμπορεύομαι Jac 4:13, Πόνος Col 4:13, Μόχθος 2Co 11:27, Ὑπηρέτης Act 13:5, Μίσθιος Luk 15:17,19, Μισθωτός Joh 10:12, Πρᾶξις Mat 16:27, Δύναμις Mat 7:22, Ἐπίνοια Act 8:22, Ἐρίθεια Phl 2:3, Ζῆλος Jac 3:16.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀργῶ 2Pe 2:3, Ἄργος Mat 20:3, Σχολάζω Mat 12:44, 1Co 7:5.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Μέσ. Ενεστ. ἐργάζομαι, Πρτ. ἠργαζόμην, Μέλ. μέσ. ἐργάσομαι, Αόρ. μέσ. ἠργασάμην, εἰργασάμην, Πρκ. εἴργασμαι, Υπερσ. εἰργάσμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Ἐργάζομαι

Α) Αμετάβατο: εργάζομαι (Joh 5:17 …Ὁ πατήρ μου ἕως ἄρτι ἐργάζεται, κἀγώ ἐργάζομαι).

Β) Μεταβατικό

i) + αιτ.: επιτελώ-διαπράττω κάτι (Act 10:35 …Ὁ …ἐργαζόμενος δικαιοσύνην δεκτός…),

ii) + συστ.αντ.: εκτελώ εργασία (Act 13:41 …Ἔργον ἐργάζομαι…).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Εἰργασάμεθα: α΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου Μεσοπαθητικής Φωνής.

2) Εἰργάσαντο: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου Μεσοπαθητικής Φωνής.

3) Εἰργασμένα: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής ουδετέρου γένους του Παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

4) Ἐργάζεσθαι: Απαρέμφατο Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

5) Ἐργάζεσθε: β΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

6) Ἐργάζεται: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

7) Ἐργάζη: β΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

8) Ἐργάζομαι: α΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

9) Ἐργαζόμενοι: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

10) Ἐργαζόμενος: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

11) Ἐργαζομένου: Γενική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

12) Ἐργαζομένους: Αιτιατική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

13) Ἐργαζομένῳ: Δοτική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

14) Ἐργάζονται: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

15) Ἐργάζου: β΄ ενικό Προστακτικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

16) Ἐργαζώμεθα: α΄ πληθυντικό Υποτακτικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

17) Ἐργάσῃ: β΄ ενικό Υποτακτικής Αορίστου Μεσοπαθητικής Φωνής.

18) Ἠργάζετο: γ΄ ενικό Οριστικής Παρατατικού Μεσοπαθητικής Φωνής.

19) Ἠργάσαντο: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου Μεσοπαθητικής Φωνής.

20) Ἠργάσατο: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Μεσοπαθητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 18:17: «ὅτι μιᾷ ὥρᾳ ἠρημώθη ὁ τοσοῦτος πλοῦτος. Καὶ πᾶς κυβερνήτης καὶ πᾶς ὁ ἐπὶ τόπον πλέων καὶ ναῦται καὶ ὅσοι τὴν θάλασσαν ἐργάζονται, ἀπὸ μακρόθεν ἔστησαν»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 18:17: Pro 11:4  Hsa 23:14  Jek 27:27

1) Η λ. Ἐργάζομαι στο εδάφιο Act 13:41 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hab 1:5).

2) Η λ. Ἐργαζόμενοι στο εδάφιο Mat 7:23 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Psa 6:8).

3) Το ρήμα Ἐργάζομαι παράγει το ουσιαστικό Ἐργάτης το οποίο δηλώνει είτε το πρόσωπο που ενεργεί είτε (γενικά) ενέργεια, σύμφωνα με το ονοματικό σύστημα της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας.

4) Η σύνθετη αυτή λ. Ἐργάζομαι (βλ. ΡΙΖΑ) αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη) (παραβ: Ἀγαθοποιός 1Pe 2:14, Ἀγριέλαιος Rom 11:17, 24, Ἀγενεαλόγητος Heb 7:13 κ.ά).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Commit, Do Gain, Labour, Minister, Trade, Work, Working.

Ἐργάζομαι, f. άσομαι, to work, to labor, Xen. Cyr. I, 6, 5; iii, 2, 12; to effect, to do; to cultivate, till, plough; to navigate; to gain, earn, Demosth. 794, 22; to make gain of, τὸ δὲ μηδὲ μίαν παραλιπεῖν ἡμέραν, ἐργαζομένου καὶ μισθαρνοῦντος, Æschin. c. Ctes. in Coll. Maj. iii, 66; ἐργάζεσθαι τὴν γῆν, to cultivate the earth, Xen. Cyr. v, 4, 12; ἐργάζεσθαι τὸν βίον, to procure a livelihood, Demosth. 1351, 21; ἐργαζόμενοι χρήμασιν, making gain by placing money out ata interest, Id. 957, 27; τοῦ χρήμ’ ἐργάζεται, the business is pressing, Aristoph. Eccl. 148; ἀργύριον ἐργάζεσθαι, to make money, Plat. Hipp. Maj. 282, D; Aristoph. Eq. 840; to practise an art; to make, fabricate; to perpetrate, Thucyd. vi, 29; Plat. Crit.; Eurip. Med. 1052, impf. εἰργαζόμην, ου, ετο, 1. a. εἰργασάμην, ω, ατο, (it takes ι after ε for the augment), ἔργον ἐργάσασθαι, Plat. Menex.; pf. pas. εἴργασμαι, part. εἰργασμένος, performed; to do some harm to each other, Isocr. Panegyr. 45; wrought, polished, Thucyd. I, 93; τὰ εἰργασμένα, things done, performed; it sometimes governs two accusatives, Herodt. viii, 79; and the pf. pas. is occasionally active, Id. iii, 155; Aristoph. Av. 1175; in Soph. Œd. T. 1373, it is used with a dative, though in Attic Greek the accusative is more usual with verbs of this class. Th. ἔργον.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Operor, (Opus) Facio, Tracto, Exerceo, Laboro, Operari, Facere.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Arbeiten.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Lavoro.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Travailler.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Trabajar.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Trabalhar.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Werken.