Ευρετήριο

Θώραξ



ΡΙΖΑ: Αγνώστου ετύμου.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Το στήθος που καλύπτεται από το θώρακα.

2) Θώρακας, το μεταλλικό τμήμα της στρατιωτικής πανοπλίας που κάλυπτε και προστάτευε τον θώρακα.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ:

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Στῆθος Act 15:6, Πνοή Act 17:25.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ποῦς Mat 18:8, Mar 9:45.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό γ΄ κλίσης, αρσενικού γένους: Θώραξ, -ακος.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Θώρακα: Αιτιατική ενικού.

2) Θώρακας: Αιτιατική πληθυντικού.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 9:9: «καὶ εἶχον θώρακας ὡς θώρακας σιδηροῦς, καὶ ἡ φωνὴ τῶν πτερύγων αὐτῶν ὡς φωνὴ ἁρμάτων ἵππων πολλῶν τρεχόντων εἰς πόλεμον»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 9:9: Eph 6:14  1Th 5:8  2Ti 2:3

1) Η λ. Θώρακα στο εδάφιο Eph 6:14 μεταφέρει εικόνα και παρομοίωση από την καθημερινή ζωή των βιβλικών χρόνων (εδώ από τη στρατιωτική ζωή). Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Θώραξ χρησιμοποιείται σπάνια στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Thorax.

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: Breastplate.

Θώραξ, ακος, , Ion. θώρηξ, the thorax, the breast, that part of the human body which extends from the neck to the place where the ribs end, the chest, Aristot. Hist. Anim. I, 7; so in the N. T., Apoc. ix, 9; also, a bust; a corselet, breastplate, armor to cover the breast, J. Poll. 1, 10, 134, p. 91; Dion. Hal. Antiq. iv, 16; Il. iii, 332. The armor consisted of two parts, of which one covered the back, and the other the breast; to the θώραξ, which protected the chest, was appended the ζωστήρ, or girdle, reaching to the middle of the thigh; it was plaited with metal, and resembled the modern kilt; also, the wall of a city, Herodt. I, 181; a tower, Hesych. Fr. πύργος.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Lorica.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Thorax, Brustplatte.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Torace, Piastra Anteriore Della Corazza.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Thorax, Plastron.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Tórax, Coraza.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Tórax, Couraça.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Borstkas, Borstplaat.