Ευρετήριο

Θυσιαστήριον



ΡΙΖΑ: < ΘΥΣΙΑΖΩ + παραγ. κατάλ. -ΤΗΡΙΟΝ < ΘΥΣΙΑ + ρημ. κατάλ. -ΑΖΩ, ΘΥΣΙΑ < ΘΥΩ (βλ.λ.).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Θυσιαστήριο, ο βωμός όπου γινόταν η θυσία.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Θύω 1Co 5:7, Θυσία Mat 9:13, Εἰδωλόθυτος Act 5:29.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Βωμός Act 17:23, Σέβασμα 2Th 2:4,

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Εὐαρεστῶ Heb 13:16, Λατρεύω Heb 13:10, Mat 4:10, Rom 1:9, Phl 3:3, Heb 12:28, 13:10, Προσκυνῶ Joh 4:22,23,24.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό β΄ κλίσης, ουδετέρου γένους: Θυσιαστήριον, -ου.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Θυσιαστήρια: Αιτιατική πληθυντικού.

2) Θυσιαστήριον: Ονομαστική ή αιτιατική ενικού.

3) Θυσιαστηρίου: Γενική ενικού.

4) Θυσιαστηρίῳ: Δοτική ενικού.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 6:9: «Καὶ ὅτε ἤνοιξεν τὴν πέμπτην σφραγῖδα, εἶδον ὑποκάτω τοῦ θυσιαστηρίου τὰς ψυχὰς τῶν ἐσφαγμένων διὰ τὸν λόγον τοῦ θεοῦ καὶ διὰ τὴν μαρτυρίαν ἣν εἶχον.»

Apoc 8:3: «Καὶ ἄλλος ἄγγελος ἦλθεν καὶ ἐστάθη ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου ἔχων λιβανωτὸν χρυσοῦν, καὶ ἐδόθη αὐτῷ θυμιάματα πολλά, ἵνα δώσει ταῖς προσευχαῖς τῶν ἁγίων πάντων ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον τὸ χρυσοῦν τὸ ἐνώπιον τοῦ θρόνου.»

Apoc 9:13: «Καὶ ὁ ἕκτος ἄγγελος ἐσάλπισεν· καὶ ἤκουσα φωνὴν μίαν ἐκ τῶν [τεσσάρων] κεράτων τοῦ θυσιαστηρίου τοῦ χρυσοῦ τοῦ ἐνώπιον τοῦ θεοῦ»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 6:9: Lev 4:7  Apoc 8:3 

Apoc 8:3: Exo 30:1 Apoc 9:13

Apoc 9:13: Apoc 8:3

1) Η λ. Θυσιαστήριον στο εδάφιο Apoc 16:7 περιλαμβάνεται σε μια περιγραφή με ποιητική έξαρση ως ένας ύμνος χωρίς μέτρο. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό του (πρωτότυπου) κειμένου των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Θυσιαστήρια στο εδάφιο Rom 11:3 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ 1Ki 19:14,18).

3) Θυσιαστήριον, τό, ο βωμός, Ο΄ Exo 27:1.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Altar.

Θυσιαστήριον, ου, τό, an altar on which sacrifices were offered. From the same.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Altare.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Altar.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Altare.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Autel.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Altar.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Altar.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Altaar.