Ευρετήριο

Θρίξ



ΡΙΖΑ: Αγνώστου ετύμου.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Τρίχα (ανθρώπου ή ζώου).

ΟΜΟΡΡΙΖΑ:

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Κόμη 1Co 11:15, Κομῶ 1Co 11:14, Τρίχινος Apoc 6:12.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Κείρομαι Act 18:18.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό γ΄ κλίσης, θηλυκού γένους: Θρίξ, -τριχός.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Θρίξ: Ονομαστική ενικού.

2) Θριξίν: Δοτική πληθυντικού.

3) Τρίχα: Αιτιατική ενικού.

4) Τρίχας: Αιτιατική πληθυντικού.

5) Τρίχες: Ονομαστική πληθυντικού.

6) Τριχῶν: Γενική πληθυντικού.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 1:14: «ἡ δὲ κεφαλὴ αὐτοῦ καὶ αἱ τρίχες λευκαὶ ὡς ἔριον λευκὸν ὡς χιὼν καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ὡς φλὸξ πυρὸς»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 1:14: Pro 20:29  Dan 7:9  Apoc 19:12

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Hair.

Θρίξ, τριχός, , the hair of the head or beard; a hair or bristle; wool; dat. pl. θριξί· τριχὸς δ’ ὄρθιος πλόκαμος ἵσταται, my hair stands on end, Æschyl. S. Theb. 516. Hence τριχώδης, hairy, shaggy; τριχωτός, the same.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Crinis, Pitos, Villus.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Haar.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Capelli.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Cheveux.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Pelo.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Cabelo.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Haar.