Ευρετήριο

Θεωρέω, -ῶ




ΡΙΖΑ: ΘΕΩΡΟΣ, ΘΕΗFOΡΟΣ, ΘΕΑFΟΡΟΣ, ΘΕΑ, ΘΕΟΣ + FΟΡΟΣ.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Βλέπω προς τι, παρατηρώ, θεώμαι.

2) (Κυρ) είμαι θεατής δημοσίων αγώνων και εορτών.

3) (Επί διάν.) σκέπτομαι, μελετάω, εξετάζω φιλοσοφικώς.

4) Είμαι θεωρός (πρεσβευτής πόλεως σε μαντείο ή σε αγώνες).

5) Παρατηρώ, εξετάζω, παρακολουθώ.

6) Σκέπτομαι.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἀναθεωρῶ Act 17:23.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ὁρῶ Mar 6:38, Joh 7:52, Καθορῶ Rom 1:20, Προορῶ Act 21:29, Βλέπω Luk 9:62, Act 1:9, Ἀναβλέπω Mat 14:19, Mar 8:24, Luk 7:22, Περιβλέπω Mar 3:5,34, Ἀποβλέπω Heb 11:26, Ἐμβλέπω Mat 6:26, Mar 10:27, 14:67, 8:25, Ἐπιβλέπω Luk 1:48, Jac 2:3, Διαβλέπω Mat 7:5, Luk 6:42, Ἀφορῶ Phl 2:23, Ἐπεῖδον Luk 1:25, Καθορῶ Rom 1:20, Σκοπῶ Gal 6:1, Μυωπάζω 2Pe 1:9, Θεωρῶ Mat 28:1, Θεῶμαι (Εἶδον) Mat 11:7, Luk 23:55, Λογίζομαι 2Co 10:7, Ἀναλογίζομαι Heb 12:7, Προβλέπω Ηeb 11:40, Νοῶ 2Ti 2:7, Κατανοῶ Luk 6:41, Act 7:31, Ἐποπτεύω 1Pe 2:12, Ἀτενίζω Act 14:19, Γινώσκω Mat 12:15, Ἐπιγινώσκω Mat 5:30, Συνεῖδον Act 12:12, Διαλογίζομαι Joh 11:50, Προεῖδον Act 2:31, Ἀνακύπτω Luk 2:28, Παρακύπτω Luk 24:12, Ἐπισκοπῶ Ηeb 12:15, Αἰσθάνομαι Luk 9:45, Ὁπτάνω Act 1:3.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀγνοῶ Mar 9:32, Act 13:27, 17:23.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας συνηρημένο σε -έω.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. θεωρῶ, Πρτ. ἐθεώρουν, Μέλ. θεωρήσω, Αόρ. ἐθεώρησα.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Θεωρῶ

Α) Αμετάβατο: κοιτάζω, ατενίζω, παρακολουθώ.

Β) Μεταβατικό

i) + αιτ.: βλέπω κάτι ή κάποιον, αντικρύζω κάτι ή κάποιον.

ii) + ειδ.πρ.: βλέπω ότι, αντιλαμβάνομαι ότι…..

iii) + πλ.ερωτ.πρ.: βλέπω πως…

iv) + αιτ. + κατηγ.μτχ.: βλέπω κάποιον να….

v) + αιτ. + κατηγορούμενο: θεωρώ κάποιον (ως)…

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἐθεώρει: γ΄ ενικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

2) Ἐθεώρησαν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

3) Ἐθεώρουν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

4) Θεωρεῖ: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

5) Θεωρεῖν: Απαρέμφατο Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

6) Θεωρεῖς: β΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

7) Θεωρεῖτε: β΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

8) Θεωρῇ: γ΄ ενικό Υποτακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

9) Θεωρῆσαι: Απαρέμφατο Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

10) Θεωρήσαντες: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

11) Θεωρήσῃ: γ΄ ενικό Υποτακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

12) Θεωρήσουσιν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

13) Θεωρῇτε: β΄ πληθυντικό Υποτακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

14) Θεωροῦντας: Αιτιατική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

15) Θεωροῦντες: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

16) Θεωροῦντος: Γενική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

17) Θεωρούντων: Γενική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

18) Θεωροῦσαι: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής θηλυκού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

19) Θεωροῦσιν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

20) Θεωρῶ: α΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

21) Θεωρῶν: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

22) Θεωρῶσιν: γ΄ πληθυντικό Υποτακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 11:11: «Καὶ μετὰ τὰς τρεῖς ἡμέρας καὶ ἥμισυ πνεῦμα ζωῆς ἐκ τοῦ θεοῦ εἰσῆλθεν ἐν αὐτοῖς, καὶ ἔστησαν ἐπὶ τοὺς πόδας αὐτῶν, καὶ φόβος μέγας ἐπέπεσεν ἐπὶ τοὺς θεωροῦντας αὐτούς.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 11:11: Apoc 11:9  Jek 37:5

1) Στη φράση που αναφέρεται η λ. Ἐθεώρουν στο εδάφιο Joh 6:2 περιλαμβάνεται σε μια φράση όπου υπάρχει «ρητορική κατασκευή κατ’ έννοιαν». Το ρήμα εδώ αναφέρεται όχι σύμφωνα με τον γραμματικό τύπο του υποκειμένου αλλά (σύμφωνα) με το αυτονοούμενο αντικείμενο. Το φαινόμενο είναι «αρχαϊσμός» «αρχαιοελληνικός ιδιωματισμός» και μάλιστα «αττικισμός» της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Behold, Consider, Look, Perceive, See.

Θεωρέω, , f. ήσω, pf. τεθεώρηκα, Aristoph. Vesp. 1227; Dem. de Coron. 259, 22; to view, see, behold; to contemplate, consider; to be a spectator of the public games, Ceb. Tab. 96, in Coll. Min.; to go as a deputy, (θεωρός,) and followed by εἰς· to review; ἐθεώρει οὖν ὁ Κῦρος πρῶτον μὲν τοὺς βαρβάρους, Cyrus, therefore, first reviewed the barbarians, Xen. Anab. I, 2, 16; to consult the oracle; 1. a. subj. act. θεωρήσω, ῃς, ῃ. Th. θεωρός.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Specto, Contemplot, Contemplari, Inspicio, Ludos, Examino, Videre, Aspicere, Intueri, Spectare.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Betrachten, Prüfen, Berücksichtigen, Erwägen, Überlegen, Bedenken, Erachten, Nachdenken, Überdenken, Halten Für, Anr.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Considerare, Prendere In Considerazione, Valutare, Ritenere, Pensare, Riflettere, Giudicare, Tener Conto Di, Stimare, Reputare, Guardare.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Envisager, Examiner, Considérer, Tenir Compte, Etudier, Prendre En Considération, Réfléchir, Estimer, Respecter, Croire, Qualifier.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Considerar, Examinar, Pensar En, Reflexionar, Tomar En Cuenta, Ponderar, Enfocar, Creer.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Considerar, Ponderar, Levar Em Consideração, Refletir, Reconsiderar, Acreditar, Supor, Balançar.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Overwegen.