Ευρετήριο

Θειώδης



ΡΙΖΑ: < ΘΕΙΟΣ + επίθημα -ΩΔΗΣ < *ΘΕΣ-JΟΣ < ΘΕΟΣ (βλ.λ.). (Βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 1).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Αυτός που μοιάζει με θειάφι.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Θεῖος Act 17:29, Θεός Act 2:5, Θειότης Rom 1:20.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Λατρεία Rom 9:4, Ἱερός Act 21:26,27, Ἱεροπρεπής Tit 2:3.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀνθρώπινος Act 17:25, Ἄνθρωπος Mat 8:9, Act 10:26, 14:15.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Επίθετο γ΄ κλίσης, δικατάληκτο σε: -ης, -ης, -ες.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΕΠΙΘΕΤΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Θειώδεις: Αιτιατική πληθυντικού αρσενικού γένους.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 9:17: «Καὶ οὕτως εἶδον τοὺς ἵππους ἐν τῇ ὁράσει καὶ τοὺς καθημένους ἐπ᾽ αὐτῶν, ἔχοντας θώρακας πυρίνους καὶ ὑακινθίνους καὶ θειώδεις, καὶ αἱ κεφαλαὶ τῶν ἵππων ὡς κεφαλαὶ λεόντων, καὶ ἐκ τῶν στομάτων αὐτῶν ἐκπορεύεται πῦρ καὶ καπνὸς καὶ θεῖον.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 9:17: 1 Ch 12:8  Pro 28:1  Psa 11:6

1) Η σύνθετη λ. Θειώδης (βλ. ΡΙΖΑ) αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Θειώδης χρησιμοποιείται σε μοναδική αναγραφή στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

3) Θειώδης, (θεῖος) θεῖος, ὅμοιος τῷ θεῷ, Ἰουστῖν. Μ. - Ἐπίρρ. –δῶς, Ἐκκλ.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Sulphureous, Brimstone.

Θειώδης, εος, ὁ, ἡ, of or like sulphur, sulphureous. Fr. θεῖον and εἶδος.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Sulphureus.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Schwefelquellen, Zitronenfalter.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Sulfurea, Brimstone.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Sulfureuse, Brimstone.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Sulfuroso, Azufre.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Sulfuroso, do Brimstone.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Sulphureous, Citroenvlinder.