Ευρετήριο

Θεῖον




ΡΙΖΑ: < *ΘΕΣ-JOΣ < ΘΕΟΣ (βλ.λ.).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Ο Θεός, το Θεϊκό Ον, η θεότης η οποία δημιούργησε και ως Ανώτατη Αρχή κυριαρχεί, διέπει, καθορίζει, κανονίζει, ρυθμίζει και κυβερνά ολόκληρο το σύμπαν και τον κόσμο.

2 Θείος, θεϊκός, αυτός που ανήκει ή σχετίζεται με τον Θεό.

3) Ως φράση μπορεί να ν’ αναφέρεται είτε σε ένα πρόσωπο (ως προσωπικότητα) είτε σε (θεϊκή) ιδιότητα, διακριτικό γνώρισμα.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Θειότης Col 2:9, Θειώδης Apoc 9:17.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Λατρεία Rom 9:4, Ἱερός Act 21:26,27, Προσεύχομαι Mat 6:9, Θειότης.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἄνθρωπος Mat 8:9, Act 10:26, 14:15, Ἀνθρώπινος Act 17:25.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Επίθετο β΄ κλίσης, τρικατάληκτο σε: -ος, -α, -ον.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΕΠΙΘΕΤΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Θεῖον: Ονομαστική ενικού ουδετέρου γένους.

2) Θείας: Γενική ενικού θηλυκού γένους.

3) Θείῳ: Δοτική ενικού αρσενικού ή ουδετέρου γένους.

4) Θείου: Γενική ενικού αρσενικού ή ουδετέρου γένους.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 20:1-3,10,15: «Κα εδον γγελον καταβανοντα κ το ορανο χοντα τν κλεν τς βσσου κα λυσιν μεγλην π τν χερα ατο. κα κρτησεν τν δρκοντα, φις ρχαος, ς στιν Διβολος κα Σατανς, κα δησεν ατν χλια τη κα βαλεν ατν ες τν βυσσον κα κλεισεν κα σφργισεν πνω ατο, να μ πλανσ τι τ θνη χρι τελεσθ τ χλια τη. μετ τατα δε λυθναι ατν μικρν χρνον.» «κα διβολος πλανν ατος βλθη ες τν λμνην το πυρς κα θεου που κα τ θηρον κα ψευδοπροφτης, κα βασανισθσονται μρας κα νυκτς ες τος αἰῶνας τν αἰώνων.» «κα ε τις οχ ερθη ν τ ββλ τς ζως γεγραμμνος, βλθη ες τν λμνην το πυρς.»

Κατά τη διάρκεια της επίγειας διακονίας του ο Ιησούς Χριστός προσδιόρισε το φίδι του εδαφίου Gen 3:15 ως το Σατανά το Διάβολο και το σπέρμα του φιδιού ως τους ακολούθους του Σατανά του Διαβόλου (παραβ. Mat 23:33, Joh 8:44).

Αργότερα αποκαλύφθηκε ότι όλοι αυτοί (Σατανάς και ακόλουθοί του) θα συντριβούν ολοκληρωτικά και για πάντα, όπως περιγράφουν τα ανωτέρω σχετικά εδάφια.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 9:17: Psa 11:6

Apoc 14:10: Apoc 21:8

Apoc 19:20: Apoc 20:14

Apoc 21:8: Hsa 30:33  Mat 10:28  Apoc 19:20

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Divine.

Θεῖος, εία, εῖον, Poet. θέειος, divine, god-like; either sprung from a god, or possessing the qualities of a god; hence, distinguished, excellent; wonderful; consecrated. Fr. θεός.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Divinus.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Göttliche.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Divino.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Divine

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Divino.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Divino.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Goddelijk.