Ευρετήριο

Θαυμάζω



ΡΙΖΑ: < ΘΑΥΜΑ + ρημ. κατάλ. -ΑΖΩ (βλ.λ. Θαῦμα).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Θαυμάζω, μένω έκθαμβος, εκπλήσσομαι, εντυπωσιάζομαι, βλέπω κάτι με απορία (βλ. συντ. παρατ. 1Α, 1Βi, 2Α).

2) Ακολουθώ με θαυμασμό (βλ. συντ. παρατ. 2Α).

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Θαῦμα Apoc 17:6, Ἐκθαυμάζω Mar 12:17.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἐξίστημι Act 8:13, Ὁρῶ Joh 4:48, Ἐκπλήσσω Mat 19:25.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Καταφρονῶ Mat 6:24, Luk 16:13, Ὀλιγόπιστος Mat 8:26, Ἀντιπαρέρχομαι Luk 10:31, 32, Ἀτιμάζω Joh 8:49.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. θαυμάζω, Πρτ. ἐθαύμαζον, Μέλ. θαυμάσω, Αόρ. ἐθαύμασα, Πρκ. τεθαύμακα, Υπερσ. ἐτεθαυμάκειν.

Μέσ. Ενεστ. θαυμάζομαι, Πρτ. ἐθαυμαζόμην, Μελ. παθ. θαυμασθήσομαι, Αόρ. παθ. ἐθαυμάσθην, Πρκ. τεθαύμασμαι, Υπερσ. ἐτεθαυμάσμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Θαυμάζω

Α) Αμετάβατο: εκπλήσσομαι, εντυπωσιάζομαι (Act 2:7 …Ἐξίσταντο …καὶ ἐθαύμαζον λέγοντες…).

Β) Μεταβατικό

i) + αιτ.: θαυμάζω κάτι ή κάποιον, απορώ με κάτι, εκπλήσομαι με κάτι (Act 7:31 …Μωϋσῆς ἰδών ἐθαύμαζεν τὸ ὅραμα).

2) Θαυμάζομαι

Α) Αμετάβατο: ακολουθώ με θαυμασμό (Apoc 13:3 …Ἐθαυμάσθη ὅλη ἡ γῆ ὀπίσω τοῦ θηρίου), θαυμάζω (Apoc 17:8 …Θαυμασθήσονται οἱ κατοικοῦντες ἐπί τῆς γῆς).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἐθαύμαζεν: γ΄ ενικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

2) Ἐθαύμασα: α΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

3) Ἐθαύμασας: β΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

4) Ἐθαύμαζον: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

5) Ἐθαύμασαν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

6) Ἐθαύμασεν: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

7) Ἐθαυμάσθη: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

8) Θαυμάζετε: β΄ πληθυντικό Προστακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

9) Θαυμάζοντες: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

10) Θαυμάζων: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

11) Θαυμάζειν: Απαρέμφατο Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

12) Θαυμάζητε: β΄ πληθυντικό Υποτακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

13) Θαυμαζόντων: Γενική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

14) Θαυμάζω: α΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

15) Θαυμᾶσαι: Απαρέμφατο Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

16) Θαυμάσαντες: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

17) Θαυμάσατε: β΄ πληθυντικό Προστακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

18) Θαυμάσῃς: β΄ ενικό Υποτακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

19) Θαυμασθῆναι: Απαρέμφατο Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

20) Θαυμασθήσονται: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Μέλλοντα α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 17:6: «καὶ εἶδον τὴν γυναῖκα μεθύουσαν ἐκ τοῦ αἵματος τῶν ἁγίων καὶ ἐκ τοῦ αἵματος τῶν μαρτύρων Ἰησοῦ. Καὶ ἐθαύμασα ἰδὼν αὐτὴν θαῦμα μέγα.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 17:6: Jek 28:19

1) Η λ. Θαυμάσατε στο εδάφιο Act 13:41 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hab 1:5).

2) Η λ. Θαυμᾶσαι στα εδάφια Mat 15:28, 15:31, περιλαμβάνεται σε μια πρόταση η οποία διακρίνεται για τη «βραχύτητα της περιόδου» αυτής. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

3) Η φράση «Οὐκ ἀκούεις πόσα σοῦ καταμαρτυροῦσιν» (Mat 27:13) του Πιλάτου φανερώνει (κατά την άποψη των ειδικών) ότι ο Πιλάτος σύμφωνα με τη διαδικασία (κατά το Ρωμαϊκό Ποινικό Δίκαιο) για να επιβληθεί ποινή θα έπρεπε μετά την απαγγελία της κατηγορίας υπό των κατηγόρων να ακολουθήσει η υπεράσπιση του κατηγορούμενου (Cic. Verr 1, 11, 34 και 1, 18, 54. Επίσης De Orat 1:33, 153 και Quint 6, 4, 2). Στη δίκη του Ιησού δεν υπήρξαν μάρτυρες υπεράσπισης. Προτρέπεται λοιπόν έντονα με τη φράση αυτή (του Πιλάτου) ο Ιησούς να υπερασπίσει τον εαυτό του αλλά ο Ιησούς παραιτείται απαντώντας με τη σιωπή του «Οὐκέτι οὐδὲν ἀπεκρίθη ὥστε θαυμάζειν τὸν Πιλᾶτον» (παραβ. Mar 27:14) (παραβ. Sallust, Cat 52 De Confessis Sicuti de manifestis rerum capitalium more majorum supplicium sumundum").

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Wonder, Admire.

Θαυμάζω, f. m. άσομαι, fut. act. not in use, pf. τεθαύμακα, 1. a. act. ἐθαύμασα, 1. a. pas. ἐθαυμάσθην, to look at with wonder, admiration, or surprise; to wonder, admire; τί δῆτ’ ἐκεῖνον τὸν Θαλῆν θαυμάζομεν;why, pray, do we admire Thales himself, that great philosopher? Aristoph. Nub. 180; to marvel at; to honor, revere, esteem; to praise; to think much of; ὑμᾶς αὐτοὺς θαυμάζετε, you think much of yourselves, Demosth. 582; construed generally with the accus.; to observe with approbation, Luke ix, 43; with indignation, John vii, 21; Mark vii, 3, with διά· (1) with the gen., οἶσθ’ οὖν, ὦ Θεόδωρε, ὃ θαυμάζω τοῦ ἑταίρου σου Πρωταγόρου, you know, then, O Theodorus, what I admire in your companion Protagoraw, Plat. Theœt. 161, B. The genitive in this case, and in the case of other verbs (according to Dunbar) depends on a preposition understood, though Matth., Gr. Gram. § 373, explains the construction differently. (2) with a dat., θαυμάζω τῇ ἀποκλείσει μου τῶν πυλῶν, I am surprised at your shutting your gates against me, Thucyd. iv, 85. The ellipse is supplied in Plat. Menex. 70, A, Θετταλοὶ ἐθαυμάζοντο ἐφ’ ἱππικῇ τε καὶ πλούτῳ, the Thessalians were admired for horsemanship and wealth. See Matth. l. c. p. 571. It sometimes governs the accus. of the thing, with the gen. of the person; as, ἀλλ’ ἔγωγε μάλιστα ἔθαυμασα αὐτοῦ πρῶτον μὲν τοῦτο, Plat. Phœd. § 86; pas. to be an object of wonder. The participle of the 1. aor. act. is often construed with ἔχω by the Attic poets, and sometimes Herodt., not with the time of an aor., but rather that of a present perfect, καὶ σοῦ δ’ ἔγωγε θαυμάσας ἔχω τάδε, and I hav been surprised, and am surpised, at this in you, Soph. Phil. 1342, in Coll. Maj. iii. Th. θάομαι or θάω, obsol.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: (Ad) Miror, Admirationi, Habeo, Mirum Mihi, Videtur, Mirari, Admirari, Admirabilem Fieri.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Bewundern.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Ammirate.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Admirez.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Admirar.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Admirar.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Bewonderen.