Ευρετήριο

Θαῦμα



ΡΙΖΑ: < Ι.Ε. *DH..U-ΜΝ < *DHAU- "βλέπω, κοιτάζω".

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Το θαυμάσιο, το θαυμαστό, αυτό που προκαλεί έκπληξη και θαυμασμό.

2) Ένα εξαιρετικά ασυνήθιστο και αξιοσημείωτο σημαντικό γεγονός, επίτευγμα, αντικείμενο ή πράγμα.

3) Συμβάν στο φυσικό κόσμο το οποίο υπερβαίνει όλες τις γνωστές φυσικές ή ανθρώπινες δυνάμεις και ως εκ τούτου αποδίδεται σε κάποιο υπερφυσικό παράγοντα.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Θαυμάζω Luk 2:3, Ἐκθαυμάζω Mar 12:17, Θαυμαστός Mat 21:42, Θαυμάσιος Mat 21:15.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Σημεῖον Apoc 12:1, Τέρας Act 2:19, Ἔκστασις Act 10:10, Δύναμις Rom 15:19.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ὀλιγόπιστος Mat 8:26, Ἀντιπαρέρχομαι Luk 10:31,32, Καταφρονῶ 2Pe 2:10.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό γ΄ κλίσης, ουδετέρου γένους: Θαῦμα, -ατος.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Θαῦμα: Ονομαστική ή αιτιατική ενικού.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 17:6: «καὶ εἶδον τὴν γυναῖκα μεθύουσαν ἐκ τοῦ αἵματος τῶν ἁγίων καὶ ἐκ τοῦ αἵματος τῶν μαρτύρων Ἰησοῦ. Καὶ ἐθαύμασα ἰδὼν αὐτὴν θαῦμα μέγα.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 17:6: Jek 28:19

1) Η ρίζα της λ. Θαῦμα δίνει νέα παράγωγα τα οποία προέρχονται από ένα αρχικό σχηματισμό επιθημάτων (καταλήξεων) τα οποία και αντικατέστησαν στα πλαίσια του ρηματικού συστήματος της (αρχαίας) Ελλην. Γλώσσας (εδώ η λ.: Θαυμάζω).

2) Η λ. Θαῦμα χρησιμοποιείται σπάνια στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Thauma-(Thaumatolatry, Thaumatology, Thaumatrope, Thaumaturgy).

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: Marvel, Wonder.

Θαῦμα, ατος, τό, Ion. θώυμα, (Herodt., not Homer,) any visible object exciting wonder or astonishment; ἐς θαύματ’ ἐλθεῖν, to be astonished or surprised, Eurip. Ion. 251; a wonderful thing; a wonder; prodigy; miracle; admiration, astonishment, Soph. Electr. 916; a show or spectacle; jugglery; ὀρχηστρίδα τῶν τὰ θαύματα δυναμένων ποιεῖν,… ταῦτα ἐπιδεικνὺς ὡς ἐν θαύματι, a female dancer that could play tricks of jugglery,… having exhibited these things as a raree-slow, Xen. Symp. 2, 1. Th. θάω, or θάομαι.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Mirum, Admiratio.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Miracle.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Miracolo.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Miracle.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Milagro.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Milagre.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Mirakel.