Ευρετήριο

Ἰσχύω




ΡΙΖΑ: < ΙΣΧΥΣ (βλ.λ.).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Είμαι ισχυρός, δυνατός, έχω δύναμη, δύναμαι, μπορώ.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἐξισχύω Eph 3:18, Ἰσχυρός Mat 3:11, Κατισχύω Mat 16:18, Ἐπισχύω Luk 23:5, Ἐνισχύω Luk 22:43.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Δύναμαι Rom 15:14, Δυναμῶ Col 1:11, Ἐνδυναμῶ Act 9:22, Ἀγαθοποιῶ 1Pe 2:15, Ἀγαθουργῶ Act 14:17, Δυνατῶ Rom 4:14, Ἱκανῶ 2Co 3:6, Ἐργάζομαι Gal 6:10, Κατεργάζομαι Rom 2:9, Καταργῶ 1Co 13:10, Εὐπορῶ Act 11:29, Ἐνεργῶ Gal 2:8, Ποιῶ Mat 17:4, Πράσσω (Πράττω) 1Jo 3:4, Ἐπιτελῶ Luk 13:32, Κραταιῶ Eph 3:16, Σθενῶ 1Pe 5:10, Γίνομαι Mat 21:42, Νικῶ Rom 3:4, Διασώζω Mat 14:36, Ρώννυμαι Act 15:29, Προσφέρω Joh 16:2, Εὐεργετῶ Act 10:38, Εὐποιῶ Mar 14:7, Ἔξεστι Act 2:29, Στερεῶ Act 3:7, Στηρίζω Luk 22:32, Ἐπιστηρίζω Act 18:23, Διασώζω Mat 14:36, Ἰῶμαι Act 9:34, Σώζω Act 4:9, Διασώζω Mat 14:36, Luk 7:3.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀδυνατῶ Mat 17:20, Ἀδύνατος Act 14:8, Ασθενῶ Mat 10:8, Ἀσθενής Luk 10:9.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. ἰσχύω, Πρτ. ἴσχυον, Μέλ. ἰσχύσω, Αόρ. ἴσχυσα, Πρκ. ἴσχυκα, Υπερσ. ἰσχύκειν.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Ἰσχύω

Α) Αμετάβατο: είμαι ισχυρός, έχω δύναμη (Phl 4:13 …Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι με…).

Β) Μεταβατικό

i) + τελ.απαρ.: μπορώ να…, έχω δύναμη να… (Luk 16:3 …Σκάπτειν οὐκ ἰσχύω).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἰσχύει: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

2) Ἰσχύειν: Απαρέμφατο Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

3) Ἴσχυεν: γ΄ ενικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

4) Ἰσχῦον: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

5) Ἰσχύοντες: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

6) Ἰσχύοντος: Γενική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

7) Ἰσχύουσιν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

8) Ἰσχύσαμεν: α΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

9) Ἴσχυσαν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

10) Ἰσχύσας: β΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

11) Ἰσχύσατε: β΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

12) Ἴσχυσεν: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

13) Ἰσχύσουσιν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

14) Ἰσχύω: α΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Gen 31:29, Exo 1:9,12,20, Lev 5:7, Hsa 1:24.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Able, Avail, Can, Do, Good, May, Might, Prevail, Strength, Whole, Work, Have effect.

Ἰσχύω, f. ύσω, 1. a. ἔσχυσα, pf. ἴσχυκα, Æschin. 23, 33; to be strong in body; to be able, strong, or powerful; to have the advantage, ὁ διώκων ἰσχῦει, the prosecutor has the advantage, Dem. de Coron. 227, 19; to become powerful, Demosth. 20, 26; ἴσχυόν τ’ αὐτὸς ἐμαυτοῦ, and I was master of my own actions, Aristoph. Vesp. 357; to avail. Fr. ἰσχύς.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Valeo, Robustus Sum, Potems Sum, Polleo, Posse, Valere, Sanus, Invalescere, Confirmari.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: haben Wirkung.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: avere effetto.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: avoir un effet.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Tiene efecto.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: ter efeito.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: hebben effect.