Ευρετήριο

Ἰσχυρός



ΡΙΖΑ: < ΙΣΧΥΣ + επίθ. -ΡΟΣ (βλ.λ. Ἰσχύς).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Ισχυρός, δυνατός, δριμύς.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἰσχύς Eph 1:19, Ἰσχύω Mar 5:4, Ἰσχυρός Mat 12:29.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Δύναμις Mat 25:15, Κραταιός 1Pe 5:6, Δυνατός Rom 9:22, Μεγαλεῖος Act 2:11, Μεγαλειότης Luk 9:43, Ἐνεργής Heb 4:12.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀδύνατος Act 14:8, 1Co 4:10.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Επίθετο β΄ κλίσης, τρικατάληκτο σε: -ος, -α, -ον.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΕΠΙΘΕΤΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἰσχυρά: Ονομαστική ενικού θηλυκού γένους.

2) Ἰσχυρᾷ: Δοτική ενικού θηλυκού γένους.

3) Ἰσχυραί: Ονομαστική πληθυντικού θηλυκού γένους.

4) Ἰσχυράν: Αιτιατική ενικού θηλυκού γένους.

5) Ἰσχυράς: Γενική ενικού θηλυκού γένους.

6) Ἰσχυροί: Ονομαστική πληθυντικού αρσενικού γένους.

7) Ἰσχυρόν: Αιτιατική ενικού αρσενικού γένους.

8) Ἰσχυρός: Ονομαστική ενικού αρσενικού γένους.

9) Ἰσχυρότεροι: Ονομαστική πληθυντικού αρσενικού γένους στον συγκριτικό βαθμό.

10) Ἰσχυροῦ: Γενική ενικού αρσενικού γένους.

11) Ἰσχυρῶν: Γενική πληθυντικού αρσενικού ή θηλυκού γένους.

12) Ἰσχυρότερον: Ονομαστική ενικού ουδετέρου γένους στον συγκριτικό βαθμό.

13) Ἰσχυρότερος: Ονομαστική ενικού αρσενικού γένους στον συγκριτικό βαθμό.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 5:1,2: «Καὶ εἶδον ἐπὶ τὴν δεξιὰν τοῦ καθημένου ἐπὶ τοῦ θρόνου βιβλίον γεγραμμένον ἔσωθεν καὶ ὄπισθεν κατεσφραγισμένον σφραγῖσιν ἑπτά. καὶ εἶδον ἄγγελον ἰσχυρὸν κηρύσσοντα ἐν φωνῇ μεγάλῃ· τίς ἄξιος ἀνοῖξαι τὸ βιβλίον καὶ λῦσαι τὰς σφραγῖδας αὐτοῦ;»

Apoc 5:5: «καὶ εἷς ἐκ τῶν πρεσβυτέρων λέγει μοι· μὴ κλαῖε, ἰδοὺ ἐνίκησεν ὁ λέων ὁ ἐκ τῆς φυλῆς Ἰούδα, ἡ ῥίζα Δαυίδ, ἀνοῖξαι τὸ βιβλίον καὶ τὰς ἑπτὰ σφραγῖδας αὐτοῦ.»

Apoc 5:9: «καὶ ᾄδουσιν ᾠδὴν καινὴν λέγοντες· ἄξιος εἶ λαβεῖν τὸ βιβλίον καὶ ἀνοῖξαι τὰς σφραγῖδας αὐτοῦ, ὅτι ἐσφάγης καὶ ἠγόρασας τῷ θεῷ ἐν τῷ αἵματί σου ἐκ πάσης φυλῆς καὶ γλώσσης καὶ λαοῦ καὶ ἔθνους»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 19:18: Jek 39:18

Apoc 18:8: Jer 50:34

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Gen 14:5, 41:31, 50:10, Exo 19:10, Num 13:18, 2Sa 22:31.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Boisterous, Mighty, Powerful, Strong, Valiant.

Ἰσχυρός, ά, όν, strong, Xen. Mem. iii, 10, 18; robust, vigorous, opposed to ἀσθενής· mighty, ῥεύματα ἰσχυρά, Herodt. vii, 12; powerful; firm; valid; violent, vehement; severe, Herodt. iv, 205; ἰσχυρᾶς τῆς ναυμαχίας, Thucyd. vii, 72; keen, Plat. Legg. ix, 870, A; in answers, ἰσχυρότατά γε, most certainly; compar. ἰσχυρότερος, superl. ἰσχυρότατος. Fr. ἰσχύς.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Potens.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Mächtig.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Potente.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Puissant.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Potente.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Poderoso.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Krachtig.