Ευρετήριο

Ἰερουσαλήμ



ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

Στην εποχή του Αβραάμ η Ιερουσαλήμ ελέγετο Σαλήμ (1943-1933 π.Χ.). Ήταν ακριβώς ανατολικά του υψώματος που εκτείνεται προς τα βόρεια και νότια, ανάμεσα στη Μεσόγειο θάλασσα δυτικά, και την κοιλάδα του Ιορδάνη ανατολικά.

Σήμερα η πόλη είναι γνωστή και ως Ιεροσόλυμα.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Όνομα κύριο.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΣΥΜΦΡΑΖΟΜΕΝΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ:

Τις Ιερουσαλήμ; Ναι, η Αγία Γραφή ομιλεί για πολλές διαφορετικές Ιερουσαλήμ. Αυτό δεν πρέπει να μας καταπλήσσει, εφόσον το όνομα αυτό συναντάται περισσότερο από οκτακόσιες φορές στις σελίδες της Αγίας Γραφής από τον καιρό του Ιησού του Ναυή έως τα τελευταία έτη του αποστόλου Ιωάννου. Έτσι, διαβάζομε για την «Ιερουσαλήμ» (Jos 10:1), για την «άνω Ιερουσαλήμ» (Gal 4:26), την «επουράνιον Ιερουσαλήμ» (Heb 12:22) και την «Νέαν Ιερουσαλήμ.»—Apoc 21:2.

Εν τούτοις, μερικές φορές η Ιερουσαλήμ που αναφέρεται δεν προσδιορίζεται από κάποιο επιθετικό προσδιορισμό. Για να γνωρίζομε ποια Ιερουσαλήμ εννοείται, απαιτείται να εξετάσομε τα συμφραζόμενα ή άλλα μέρη της Αγίας Γραφής. Η πόλη στον καιρό του Αβραάμ ήταν γνωστή ως «Σαλήμ,» που σημαίνει, «ειρήνη». Το μεταγενέστερο όνομα «Ιερουσαλήμ» σημαίνει «κατοχή (ή θεμέλια) διπλής ειρήνης,» ή πιθανόν απλώς «πόλις ειρήνης.»

Η Ιερουσαλήμ συνήθως εθεωρείτο ως μια Ισραηλιτική πόλις, αλλά τον καιρό του Ιησού του Ναυή εκατοικείτο από τους Ιεβουσαίους. Όταν κατέκτησαν τη γη κάτω από την ηγεσία του Ιησού του Ναυή, οι Ισραηλίται δεν επέτυχαν να εκδιώξουν πλήρως εκείνους τους ειδωλολάτρες από την πόλη τους. (Jos 15:63) Αυτή η κατάσταση φαίνεται ότι συνεχίσθηκε μέχρις ότου ο Δαβίδ έγινε βασιλεύς. (2Sa 5:4-10).

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ:

α) Χωροταξικές περιγραφικές:

Η Ιερουσαλήμ αρχικά είχε κτισθεί επάνω στη νότια άκρη μιας προεξοχής του υψώματος, που εκτείνεται προς τ’ ανατολικά και στρέφει κατόπιν προς νότο. Η πόλη είχε κτισθεί στην κορυφή της νότιας αυτής προεξοχής και είχε περιτειχισθεί. Είχε αρκετό μάκρος από τα βόρεια προς τα νότια και ήταν στενή από τα ανατολικά προς τα δυτικά, είχε δε έκταση λίγο μεγαλύτερη από ένδεκα εκτάρια. Η ορεινή πλευρά ήταν απόκρημνη στα ανατολικά, στα νότια και στα δυτικά, στα βόρεια όμως, όπου η προεξοχή ολοένα υψωνόταν, δεν υπήρχε φυσική άμυνα. Γι’ αυτό το λόγο, το ισχυρότερο μέρος του τείχους της πόλεως ήταν προς το βόρειο αυτό λαιμό της γης. Η Ιερουσαλήμ περιβάλλεται από λόφους όπως είναι το Όρος των Ελαιών.

Η ύδρευση της πόλεως ήταν πολύ σπουδαία. Στην κορυφή της παραπάνω προεξοχής δεν υπήρχαν πηγές. Η πλησιέστερη πηγή ήταν κάτω προς την ανατολική κατωφέρεια, σχεδόν κάτω στην κοιλάδα των Κέδρων, και ελέγετο Γιών (2Ch 32:30). Τα νερά της φλοίσβιζαν καθώς κατέβαιναν μέσω της κοιλάδας των Κέδρων. Αν έκτιζαν τα τείχη κάτω στην κοιλάδα για να συμπεριλάβουν μέσα την πηγή, θα άφηναν την πόλη πολύ τρωτή, αλλά και εάν κρατούσαν τα τείχη ψηλά επάνω στο λόφο, για να περιφράξουν την πόλη με ισχυρά αμυντικά προπύργια, θα άφηναν τη ζωτική πηγή του νερού έξω από την πόλη, εκτεθειμένη σε μια εύκολη προσβολή του εχθρού. Η πόλη ήταν γνωστή ως το «δυσπρόσιτο μέρος».

Η κατάσταση αυτή αντιμετωπίστηκε μ’ ένα μηχανικό κατόρθωμα: οι κάτοικοι έσκαψαν μια δεξαμενή πίσω προς την πλαγιά του βραχώδους βουνού, έφτιαξαν ένα κοίλωμα ακριβώς επάνω απ’ αυτήν μέσω του βράχου ως ένα διάστημα και κατόπιν προχώρησαν και έκαναν μια σήραγγα που οδηγούσε στην πόλη. Οι υδρολήπτες μπορούσαν μέσα από τα τείχη της πόλεως, που ήταν ψηλά επάνω στο λόφο, να κατεβούν την κατηφορική σήραγγα προς το κοίλωμα, να κατεβάσουν απ’ εκεί τούς κουβάδες τους με σχοινί στη σκαμμένη δεξαμενή που ήταν πιο κάτω, και κατόπιν να τους ανεβάσουν γεμάτους νερό. Μόνον όταν ξεχείλιζε η δεξαμενή, τότε το νερό της πηγής ξεχυνόταν προς την κοιλάδα των Κέδρων.

Στην εποχή του Ιησού του Ναυή και του Δαβίδ, η Ιερουσαλήμ λεγόταν επίσης Ιεδούς. Λίγο καιρό πριν από την εποχή του Δαβίδ, η πόλη εκτεινόταν προς τα βόρεια και είχε κτισθεί ένα νέο βόρειο τείχος. Στο δυτικό άκρον, το διάστημα μεταξύ του παλαιού και του νέου βορείου τείχους είχε πλάτος τριάντα πόδια, αλλά έγινε πλατύτερο όταν το παλαιό τείχος πήρε κατεύθυνση προς τα νότια. Πιστεύεται από μερικούς ότι το διάστημα μεταξύ των δύο αυτών βόρειων τειχών ήταν κατειλημμένο από την ακρόπολη που λεγόταν Μιλλώ. Το Φρούριο ή Ακρόπολη αρχικά λεγόταν Σιών, αλλά αργότερα το όνομα αυτό ευρύνθηκε ώστε να περιλάβει και άλλα μέρη της πόλεως. Η ασφάλεια που αισθάνονταν οι κάτοικοι αντανακλάται στους χλευασμούς και τους εμπαιγμούς που εξακόντισαν εναντίον του Δαβίδ. (2Sa 5:6-9).

Ο Δαβίδ προσέφερε την αρχηγία του στρατού του σ’ εκείνον που θ’ ανέβαινε απ’ το αυλάκι. Η Εβραϊκή λέξη από την οποία παράγεται η λέξη «αυλάκι» (υδρορροή), μεταφράζεται επίσης με διαφόρους τρόπους: «υδροτροχιά» (Αμερικανική Στερεότυπη Μετάφραση Γιάνγκ), «υδραγωγείο» (Ρόδερχαμ), «υδρο-κοίλωμα» (Αμερικανική Μετάφραση). Είναι λοιπόν πολύ πιθανόν ότι επρόκειτο για το κοίλωμα και τη σήραγγα που συνέδεε τη Γιών με την πόλη επάνω στο λόφο, μέσω των οποίων ο ευκίνητος Ιωάβ, που ακολουθείτο ασφαλώς και από άλλους, μπήκε μέσα στην πόλη και βοήθησε στην άλωση της Ακροπόλεως που εθεωρείτο απόρθητη από τους Ιεθουσαίους. Μερικοί φαντάζονται πως η Εβραϊκή λέξη που μεταφράζεται «αυλάκι» δεν αναφέρεται πιθανώς στο κοίλωμα και τη σήραγγα, αλλά ίσως σε μια φυσική σπηλιά στην πλαγιά της προεξοχής, ακριβώς κάτω από το τείχος. Στην εσωτερική της άκρη η σπηλιά αυτή είχε ένα άνοιγμα σαν χωνί που οδηγούσε στην ίδια την Ακρόπολη. Οποιαδήποτε και αν ήταν τα μέσα, ο Ιεχωβά παρέδωσε την πόλη στα χέρια του Δαβίδ.

Στην εποχή του Δαβίδ ο Ιεθουσαίος, που είχε εγκαταστήσει το αλώνι του επάνω σ’ ένα ύψωμα γης προς τη βόρεια Ιερουσαλήμ, λεγόταν Ορνά. Ο Δαβίδ αγόρασε τον τόπο εκείνο για τοποθεσία του ναού, και ο γιος του ο Σολομών έκτισε το Ναό εκεί και ανήγειρε και άλλα κτίρια προς τη νότια πλαγιά και προς το βόρειο τείχος της πόλεως Δαβίδ. Έτσι λοιπόν με το να ενωθεί η Ιερουσαλήμ μ’ αυτή την πλευρά, μπόρεσε να επεκταθεί προς τα βόρεια και να υπερδιπλασιάσει την έκτασή της.

Πιστεύεται από μερικούς ότι ο Σολομών έκτισε και άλλες προσθήκες στην πόλη, επάνω σε μια παράλληλη προεξοχή προς τα δυτικά. Η προεξοχή αυτή είναι πιο πλατειά από εκείνη επάνω στην οποία είχε κτισθεί η αρχική πόλη, και χωριζόταν από αυτήν με μια στενόμακρη κοιλάδα που ονομάστηκε κοιλάδα των Τυροποιών από τον Ιώσηπο, αλλά φαίνεται πως είναι εκείνη που αναφέρεται στη Βίβλο ως «Μακτές». Αντί να κτισθεί η πόλη κάτω στην κοιλάδα και να είναι έτσι ευπόρθητη, οι δύο προεξοχές επάνω στις οποίες ήταν κτισμένη συνδέθηκαν με μία ψηλή πέτρινη γέφυρα που κάλυπτε την απόσταση της ενδιάμεσης κοιλάδας. Ύστερα από χρόνια η πόλη επεκτάθηκε προς βορρά, και με τον καιρό κατοικήθηκε και η κοιλάδα ανάμεσα στις δύο προεξοχές.

Στο εδάφιο Jgs 1:8 (Κριτές), η αρχική κατάληψη της Ιερουσαλήμ αποδίδεται στον Ιούδα και κατοικούσαν οι Ιεβουσαίοι, οι οποίοι «συνέχισαν να κατοικούν με τον Ιούδα και τον Βενιαμίν» στην Ιερουσαλήμ (παραβ. Jos 15:63, Jgs 1:21). Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε επί 4 αιώνες (περίπου). Στο διάστημα αυτό η Ιερουσαλήμ αναφερόταν μερικές φορές και ως «Ιεβούς», δηλαδή «πόλη αλλοεθνών» (παραβ. Jgs 19:10-12, 1Ch 11:4,5).

Εκτός από τις κοιλάδες των Κέδρων και των Τυροποιών, υπάρχει και μια τρίτη και πολύ προφητική κοιλάδα που είναι άξια προσοχής. Οι Ιουδαίοι αρχικά την ονόμαζαν Γεεννόμ, που σημαίνει «κοιλάδα του Εννόμ», αλλά με τον καιρό έγινε Γέεννα. Η κοιλάδα αυτή ή ρεματιά εκτείνεται κατά μήκος της δυτικής πλευράς της Ιερουσαλήμ προς τη νοτιοδυτική γωνία της πόλεως, όπου, περιβάλλοντας ακόμη το τείχος της πόλεως, προχωρεί ανατολικά για να συγχωνευθεί με την κοιλάδα των Κέδρων. Η περιοχή ήταν το τμήμα που αποτέλεσε αργότερα την «πόλη Δαβίδ» και βρισκόταν μέσα στα εδάφη του Βενιαμίν. Καθώς η ρεματιά προχωρεί από την πηγή της στενεύει και βαθύνεται, και στη νότια πλευρά της Ιερουσαλήμ κατέρχεται με απότομη κλίση ανάμεσα σε σχιστούς κρημνούς. Σ’ αυτό το προφυλαγμένο και απομονωμένο λαγκάδι οι αποστάτες Ιουδαίοι έκαναν θυσίες στο Δαιμονικό θεό Μολώχ, καίοντας τα παιδιά τους ζωντανά επάνω στην πυρά της θυσίας. Ο Σολομών είχε αρχίσει τη διαβολική αυτή συνήθεια στον Ισραήλ, και οι φρικώδεις αυτές ιερουργίες ξαναζούσαν από καιρό σε καιρό, και μάλιστα στη βασιλεία του Άχαζ και του Μανασσή (1Ki 11:7, 2Ki 16:3, 2Ch 21:3, 33:6, Psa 106:37-39). Ο Ιερεμίας κατέκρινε τις θρησκευτικές αυτές θυσίες στον Τοφέθ του Εννόμ, και τελικά ο Βασιλεύς Ιωσίας ξερίζωσε την ειδωλολατρία και βεβήλωσε τον Τοφέθ κάνοντας την περιοχή εκείνη τελετουργικώς ακάθαρτη (Jer 7:31-33, 19:2-13, 2Ki 23:10).

Κατόπιν ή κοιλάδα του Εννόμ, η Γέεννα έγινε τόπος απορρίψεως σκουπιδιών ή αποτεφρωτήριο, όπου καίγονταν τα απορρίμματα. Έριχναν επίσης και θειάφι για ν’ αυξήσουν την καταστρεπτική δύναμη των φλογών. Κατά καιρούς τα σώματα των κακούργων, που εθεωρούντο τόσο κακοί ώστε να μην έχουν ελπίδα αναστάσεως, ρίχνονταν μέσα στις φωτιές της Γέεννας για να καούν ώσπου να γίνουν στάχτη. Αν κανένα από τα πτώματα αυτά δεν έφθανε στη φωτιά, κατατρωγόταν από τα σκουλήκια. Γι’ αυτό η Γέεννα έγινε ένα δυνατό σύμβολο, όχι αιωνίων βασάνων, αλλά αιώνιας καταστροφής, από την οποία δεν μπορεί να γίνει επανόρθωση ή ανάσταση.

Η Ιερουσαλήμ είχε υποστεί πολλές φορές επιθέσεις και καταστροφές. Είχε μείνει έρημη εβδομήντα χρόνια, από το 607 έως το 537 π.Χ., εντελώς ακατοίκητη. Η μεγαλύτερη έκταση της Ιερουσαλήμ στους αρχαίους χρόνους ήταν στην εποχή του Βασιλέα Αγρίππα. Τότε τα τείχη εκτείνονταν πολύ μακρύτερα προς νότο, έφθαναν καθ’ όλο το μάκρος έως την κοιλάδα του Εννόμ ή Γέεννας. Η νεώτερη όμως πόλη απλώνεται πολύ πιο πέρα από τα τείχη και καλύπτει περισσότερο έδαφος από κάθε άλλη εποχή.

β) Ιστορικά γεγονότα και περιστατικά:

Μετά τον βασιλιά Σαούλ ο Δαβίδ κατέκτησε την Ιερουσαλήμ και την έκανε πρωτεύουσά του (1070 π.Χ.), ταυτίζοντας το όνομά του με την Ιερουσαλήμ ως «πόλη του Δαβίδ» και «Σιών» (παραβ. 2Sa 5:7).

Τον Δαβίδ διαδέχθηκε ο υιός του Σολομών. Ακολουθούν και άλλοι βασιλείς. Μετά τον θάνατο του Σολομώντα, το βασίλειο του Ισραήλ διαιρέθηκε σε δύο (997-607 π.Χ.).

Έτσι το ένα βασίλειο προς Νότο ήταν γνωστό ως Βασίλειο του Ιούδα (με δύο φυλές, του Βενιαμίν και του Ιούδα). Το άλλο προς Βορρά ήταν γνωστό ως Βόρειο Δεκάφυλο Βασίλειο.

Η απόδοση της αγνής λατρείας με κέντρο την Ιερουσαλήμ έπαιξε σπουδαίο ρόλο στα χρόνια και των δύο βασιλείων για την επικοινωνία των λάτρεων για λόγους οσιότητας με αυτήν, μέχρι το 607 π.Χ., οπότε η πόλη ερημώθηκε από τα Βαβυλωνιακά στρατεύματα.

Η ανοικοδόμησή της έλαβε χώρα 70 χρόνια αργότερα, σύμφωνα με την προφητεία του Δανιήλ. Ταυτόχρονα όμως σήμανε και την αρχή «των 70 προφητικών εβδομάδων» όσον αφορά την έλευση του Μεσσία που ήταν ο Ιησούς Χριστός (παραβ. Dan 9:24-27).

Ιστορικά, στη συνέχεια η Ιερουσαλήμ περιήλθε υπό την Ελληνική κυριαρχία και όπως είναι λογικό ο Μ. Αλέξανδρος δεν την παρέκαμψε εντελώς, αλλά σε κάθε περίπτωση η πόλη παρέμεινε αλώβητη από την μεγάλη αυτή αλλαγή εξουσίας.

Κατά την επόμενη περίοδο, μέχρι τα χρόνια του Ηρώδη του Μεγάλου, η Ιερουσαλήμ αναφέρεται ως πρωτεύουσα ατα χρόνια των Μακκαβαίων και η περιοχή της φαινομενικά έχει απαλλαγεί από φόρους υποτέλειας από τους Εθνικούς.

Παρόλον ότι η Ιερουσαλήμ την περίοδο αυτή δεν ήταν «πόλη της ειρήνης» καθώς εσωτερικές διαμάχες τροφοδοτούσαν ταραχές από ιδιοτελείς φιλοδοξίες διαφόρων θρησκευτικών φατριών Σαδδουκαίων, Φαρισαίων και Ζηλωτών. Εδώ τα ιστορικά γεγονότα, που αφορούν την πόλη, εμφανίζονται κάτω από το φως των Ελληνικών Χριστιανικών Γραφών (Καινή Διαθήκη) λογω του κοσμοϊστορικού γεγονότος της έλευσης του Ιησού Χριστού (2 π.Χ. – 70 μ.Χ.).

Είναι άξιο αναφοράς ότι υπήρχε κατά τη Ρωμαϊκή εποχή η «Αρχαία Βουλή» των πρεσβυτέρων, η ονομαζόμενη και Γερουσία. Αυτή είχε διοικητική, δικαστική και αστυνομική δικαιοδοσία (παραβ. Ιωσήπου III, II, 14, 1). Η Αρχαία Βουλή και Γερουσία διαμορφώθηκε σε Μέγα Συνέδριον (Σάνχενδριν) (παραβ. Mat 5:22, 26:59, Mar 14:15, Luk 22:66, Joh 11:47, Act 4:15, 5:21, βλ. και Bab. Talmud Sanhedrin I, 4).

Τέλος στην Ιερουσαλήμ υπήρχαν και Συναγωγές (Συγκεντρώσεις) (Ο΄: Εκκλησίες ή Συνάξεις) (παραβ. Jas 2:2, Apoc 2:9, 3:9).

Συναγωγές υπήρχαν σε ολόκληρη τη Ρωμαϊκή Επικράτεια, σε πόλεις όπου υπήρχαν Ιουδαϊκές Κοινότητες ή Παροικίες. Το γεγονός αυτό ταυτίζει την κάθε Συναγωγή με την κάθε Ιουδαϊκή Κοινότητα ή Παροικία (παραβ. Act 6:9, 24:12).

Στα πλαίσια αυτά, η Ιερουσαλήμ συνδυάζεται με τη δραστηριότητα των περιγραφών των Ευαγγελίων, των Πράξεων των Αποστόλων και των Επιστολών των Αποστόλων, κυρίως του Πέτρου, του Παύλου και του Ιωάννη και ιδιαίτερα όσον αφορά θέματα σχετικά α) με την Πεντηκοστή την ίδρυση της Χριστιανικής Εκκλησίας, β) την επίδοση μαρτυρίας και τη δράση των Αποστόλων και γ) το ρόλο του Κυβερνώντος Σώματος της πρώτης Χριστιανικής Εκκλησίας.

Τέλος, αξίζει να αναφερθούν οι πολλαπλές έννοιες της Ιερουσαλήμ, με τους χαρακτηρισμούς:

α) Άνω Ιερουσαλήμ: ως «μητέρα» των χρισμένων Χριστιανών (παραβ. Gal 4:25,26).

β) Νέα Ιερουσαλήμ: στο όραμα του Απόστολου Ιωάννη (παραβ. Apoc 3:12, βλ. και Apoc 14:1-3) το Αρνίον με τους 144.000 επί του όρους «Σιών» (τόπο όπου κυβερνούσε ο Δαβίδ και ως τόπος όοπυ παρουσιάζεται ο Ιησούς Χριστός ως βασιλιάς ανεβασμένος πάνω σ’ ένα πουλάρι σε εκπλήρωση της προφητείας του Ζαχαρία (παραβ. Zec 9:9, Mat 21:5 και Joh 12:15).

γ) Εκτός των δύο αυτών χαρακτηρισμών, η Ιερουσαλήμ αναφέρεται και «άπιστη», «πόρνη» και «μοιχαλίδα», καθώς και τα λόγια του Ιησού Χριστού γι’ αυτήν: «ερουσαλμ ερουσαλμ, ποκτενουσα τος προφτας κα λιθοβολοσα τος πεσταλμνους πρς ατν, ποσκις θλησα πισυναγαγεν τ τκνα σου, ν τρπον ρνις πισυνγει τ νοσσα ατς π τς πτρυγας, κα οκ θελσατε. δο φεται μν οκος μν ρημος. λγω γρ μν, ο μ με δητε π ρτι ως ν επητε· ελογημνος ρχμενος ν νματι κυρου.» (Mat 23:37-39).

ΕΞΕΙΚΟΝΙΣΤΙΚΗ ΛΕΚΤΙΚΗ ΦΡΑΣΕΟΛΟΓΙΑ

Ἰερουσαλήμ (Ἁγία)

Apoc 21:2: «κα τν πλιν τν γαν ερουσαλμ καινν εδον καταβανουσαν κ το ορανο π το θεο τοιμασμνην ς νμφην κεκοσμημνην τ νδρ ατς.»,

Η Αγία (Νέα) Ιερουσαλήμ εμφανίζεται στην Αγία Γραφή (Αποκάλυψη) σε όραμα, το οποίο παρέχει μια ένδειξη για το ποιοι θα είναι εκείνοι που θα διακονούνται από τον Μέγα Αρχιερέα τον Ιησού Χριστό, καθώς και εκείνοι που συνεργάζονται με Αυτόν (τον Αρχιερέα) ως ουράνιοι υφιερείς.

Η περιγραφή αυτή υπενθυμίζει τον χρισμένο Αρχιερέα Ααρών, ως επικεφαλής του Ιερατείου με τους τέσσερις γιους του που καθιερώθηκαν ως υφιερείς (Lev 4:5,16, 16:22) (και εξεικονίζουν τη σύνθετη νύφη που αποτελείται από τα μέλη της Εκκλησίας του Χριστού). Όλοι τους προέρχονταν από τη ιερατική φυλή του Λευΐ και διακονούσαν το λαό των 12 φυλών του Ισραήλ στη γη της Παλαιστίνης.

Παράλληλα η Αγία (Νέα) Ιερουσαλήμ εξεικονίζεται ως αγία πόλη που κατεβαίνει από τον Ουρανό από τον Θεό και είναι νύφη στολισμένη για το σύζυγό της (Apoc 21:2). Ο γαμπρός, ο Ιησούς Χριστός, φοράει τα ένδοξα γαμήλια ενδύματά Του, ενώ μια ουράνια μουσική αντηχεί στο ανάκτορο του Γαμπρού και αυξάνει τη χαρά του καθώς ο γάμος πλησιάζει.

Αυτή η ουράνια πόλη (η νύφη η «στολισμένη» για τον σύζυγό της) ακτινοβολεί ως μια «πολυτιμότατη πέτρα, ως πέτρα ίασπη που λάμπει καθαρά σαν κρύσταλλος» (Apoc 21:10,11). Η νύφη έχει καθαρίσει «με το λουτρό του νερού μέσω του λόγου» και έτσι είναι «αγία και χωρίς ψεγάδι» (Eph 5:26,27). «Τα ρούχα της είναι κεντημένα με χρυσάφι» και «θα φερθεί στον βασιλιά με υφαντή ενδυμασία». Για το γάμο της επιτράπηκε να στολιστεί με λαμπρό, καθαρό, εκλεκτό λινό ύφασμα, γιατί το εκλεκτό λινό ύφασμα αντιπροσωπεύει τις δίκαιες πράξεις των αγίων (Apoc 19:8).

Μετά ο βασιλικός γάμος γίνεται αφού πρώτα ο βασιλιάς Ιησούς Χριστός ζώνεται το σπαθί Του και προχωρά προς την επιτυχία «νικώντας τους εχθρούς του» (Psa 45:3,4 – βλ. και Apoc 16:14-16, 19:19, 20:1-3).

Apoc 3:12: « νικν ποισω ατν στλον ν τ να το θεο μου κα ξω ο μ ξλθ τι κα γρψω π ατν τ νομα το θεο μου κα τ νομα τς πλεως το θεο μου, τς καινς ερουσαλμ καταβανουσα κ το ορανο π το θεο μου, κα τ νομ μου τ καινν.»

Apoc 21:2,10: «κα τν πλιν τν γαν ερουσαλμ καινν εδον καταβανουσαν κ το ορανο π το θεο τοιμασμνην ς νμφην κεκοσμημνην τ νδρ ατς.» «κα πνεγκν με ν πνεματι π ρος μγα κα ψηλν, κα δειξν μοι τν πλιν τν γαν ερουσαλμ καταβανουσαν κ το ορανο π το θεο»

Μέρος Α΄

Η έκφραση στο εδάφιο 3:21 αναφέρεται στους πιστούς κεχρισμένους που «έχουν φυλάξει το λόγο σχετικά με την υπομονή του Ιησού».

Ως τάξεις (του Ιωάννη) οι χρισμένοι αυτοί Χριστιανοί, για όσο διάστημα παραμένουν πιστοί υπηρετούν ως υφιερείς στις επίγειες αυλές του νέου άλλου ναού (κατά τον παλαιό της αρχαίας Ιερουσαλήμ). Όπως τότε έτσι και τώρα, ο νέος ναός ήρθε σε ύπαρξη μετά το βάπτισμα του Ιησού Χριστού και αποτελεί τη μεγάλη πνευματική, όμοια με ναό, διευθέτηση για την αληθινή λατρεία του Ιεχωβά Θεού (όπως ήταν και ο κατά γράμμα τότε ναός της Ιερουσαλήμ, επίσης κέντρο της αληθινής λατρείας του Ιεχωβά Θεού - παραβ. 1Pe 2:9).

Με το θάνατό τους οι χρισμένοι αυτοί ως νικητές πλέον μπαίνουν και αυτοί στα ουράνια άγια των αγίων και γίνονται ακλόνητα στηρίγματα σαν στύλοι της όμοια με ναό διευθέτησης για λατρεία (Heb 10:19, Apoc 20:6).

Πάνω στους νικητές αυτούς γράφεται το Όνομα του Ιεχωβά Θεού, ο οποίος είναι Θεός τους όπως και του Ιησού Χριστού. Η χαρακτηριστική αυτή αναφορά αποδεικνύει απλά και καθαρά ότι ο Ιεχωβά Θεός και ο Ιησούς Χριστός είναι δύο ξεχωριστά πρόσωπα και όχι δύο μέλη μιας «ομοουσίου και αδιαιρέτου τριάδας». Όλοι αυτοί οι χρισμένοι Χριστιανοί είναι «Μάρτυρες του Ιεχωβά – δικοί του Μάρτυρες».

Πάνω τους γράφεται επίσης και το όνομα της νέας (καινής – ΚΕΙΜ) Ιερουσαλήμ, της ουράνιας πόλης, η οποία κατεβαίνει από τον ουρανό με την έννοια ότι επεκτείνει τη φιλάγαθη διακυβέρνησή της πάνω σε όλη την ανθρωπότητα (Apoc 21:9-14).

Με αυτόν τον τρόπο όλοι οι επίγειοι Χριστιανοί που παρομοιάζονται με πρόβατα θα γνωρίζουν επίσης και θα αναγνωρίζουν ότι αυτοί οι χρισμένοι νικητές είναι πολίτες της Βασιλείας της Ουράνιας Ιερουσαλήμ (Psa 87:5,6, Mat 25:33,34, Phl 3:20, Heb 12:22).

Μέρος Β΄

Η παράλληλη ανυπόστατη «καινοποίησις» της Ιερουσαλήμ

Και εδώ διαστρεβλώνεται το αληθινό νόημα της Νέας (Καινής) Ιερουσαλήμ με την αυθαίρετη και ανυπόστατη άποψη της «Καινοποίησης της Ιερουσαλήμ», με τους φανταστικούς ισχυρισμούς ότι: α) το Μεσσιανικό κράτος: 1) θα ιδρυθεί στη Νέα Αγία Γη (4Esd 9,8), 2) η Ιερουσαλήμ θα ανακαινιστεί και θα καθαριστεί από τους εθνικούς, 3) η παρά του Θεού υπάρχουσα άνω (επουράνια) Ιερουσαλήμ (Gal 4:26, Heb 12:22) θα κατέβει στη γη με την έναρξη της μεσσιανικής εποχής και έτσι θα προκύψει η Νέα Ιερουσαλήμ (παραβ. (Jek κεφ. 40-48, Hsa 54:11 και κεφ. 60, Hag 2:7-9, Zac 2:6-17).

Η ωραιότητα της νέας Ιερουσαλήμ θα υπερβάλλει την «παλαιάν» (Apoc 3:12, 21:2,10, Ενώχ 90:29, 4Esd 7:26, βλ. Kautzsch σελ. 297 και 423).

Ακολουθεί η Συγκέντρωσις των διεσκορπισμένων Ιουδαίων στη γη της Παλαιστίνης από δυσμάς, ανατολάς και βορρά, τα δε υπόλοιπα έθνη είτε θα ενσωματωθούν με το Ισραήλ είτε θα καταστραφούν (Psa Sol 11, 17:34, Hsa 49:22, 60:4,9, 66:20, Βαρούχ 4:36,37, Φίλωνος (περί ἀρήν) 8-9, 4Esd 13:39-47, Jek 38,39).

Μετά θα ιδρυθεί στην Παλαιστίνη το βασίλειον της δόξης. Αρχικά το «βασίλειον της δόξης» θα έχει ως βασιλέα τον Μεσσία. Κατά τη διάρκεια του «βασιλείου της δόξης», ο Θεός θα είναι και αυτός Βασιλιάς στον Ισραήλ αλλά δεν θα ασκεί την εξουσία του σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Θα αφήνει να υφίσταται ταλαιπωρίες (χειμαζόμενος) ο λαός του Θεού ανάμεσα στους αλλόθρησκους για να τιμωρηθεί για τις αμαρτίες που έκανε.

Μετά θα προκύψει νέα κατάσταση που θα λέγεται Βασιλεία του Θεού ή (ταυτόσημη) Βασιλεία των Ουρανών (orac Sibylle III 704-70, 717, 756-759, Psa Sol 17, 1, 38, 51 – Kautsch σελ. 144 επομ. – Ιώσηπου ΙΙΙ, ΙΙ, 8, 1).

Τελικά το κέντρο της Βασιλείας του Θεού ή των Ουρανών θα είναι η Αγία Γη η οποία θα περιλαμβάνει τώρα ολόκληρο τον πλανήτη Γη (Hsa 2:2 επομ. 42:1-6, 51:4,5, Mic 4:1 , Zac 2:15, 8:20 επομ., Sop 2:11, 3:9).

Έτσι ο Γιαχβέ θα καταστεί Βασιλιάς ολόκληρης της Γης και ο Μεσσίας Άρχοντας όλων των λαών της Γης «ἁγνός ἄναξ πάσης γῆς σκῆπτρα κρατήσων» (orac Sibylle III 49, 371-380, 751-760, Φίλωνος περί άθλων και επιτιμίων 16 p. 422, εξ 11 εξ – Αποκάλ. Βαρούχ 29:5-8, βλ. J. Gelfken σελ. 67 εξ 86 εξ και E. Kautzsch σελ. 423).

Επί τη βάση των χωρίων της Π.Δ. και των σχολίων αυτών, τελικά η Μεσσιανική εποχή περιγράφεται ως εποχή χαράς, ευφροσύνης και μακαριότητας με την αναγέννηση του Ισραήλ, την ανοικοδόμηση του Ναού και την επάνοδο του Ιερατείου και τελικά όλων των παλαιών θεσμών, βασιλέων, ηγεμόνων, κριτών και δικαστών.

Ο πόλεμος θα τερματιστεί και θα βασιλεύσει ειρήνη, δικαιοσύνη, αγάπη και πίστη.

Οι άνθρωποι θα ζουν σχεδόν 1000 χρόνια αλλά επειδή δεν θα χορταίνουν τη ζωή θα είναι όπως τα παιδιά και τα βρέφη.

Όλοι θα χαίρονται άκρας υγείας και δεν θα αισθάνονται κουρασμένοι. Θα υπάρχουν πολλά αγαθά ως συνέπεια του μέγιστου πνευματικού αγαθού.

Τον λαό θα τον αγιάσει ο Θεός και ο Μεσσίας θα οδηγήσει τα πάντα με δικαιοσύνη στην αιωνιότητα, καθώς το Μεσσιανικό βασίλειο θα είναι αιώνιο (Φίλωνος 17-18, p. 429 Μ. εξ. 98 εξ. και 20 p. 427 Μ. εξ. 118 εξ.).

Τελικά όλοι οι Ισραηλίτες που πέθαναν θα αναστηθούν από τους τάφους (Dan 12:2, Ενώχ 51:1-5, βλ. Kautsch σελ. 265).

(Σημ.: Υπάρχουν και άλλες παρόμοιες περισσότερο ή λιγότερο παράδοξες, ασαφείς και αντιφατικές, ανάξιες όμως αναφορές).

Πόρνη, Βαβυλώνα, Ιερουσαλήμ

(Η λ. πόρνη διαχρονικά ταυτίζεται εδώ με τις δύο αρχαίες διάσημες πόλεις Βαβυλώνα και Ιερουσαλήμ)

1) Ιερουσαλήμ (Apoc 3:10)

Θρηνωδία για την αγαπημένη πόλη

Στα εδάφια Ησαΐας 1:21-23, βλέπουμε πόσο εκτεταμένη είναι η πονηρία στην Ιερουσαλήμ αυτή την εποχή. Ο Ησαΐας αρχίζει τώρα ν’ απαγγέλλει ένα θεόπνευστο ποίημα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί θρηνωδία ή ελεγεία: «Πῶς ἐγένετο πόρνη πόλις πιστὴ Σιων, πλήρης κρίσεως, ἐν ᾗ δικαιοσύνη ἐκοιμήθη ἐν αὐτῇ, νῦν δὲ φονευταί.» (Hsa 1:21 – “πώς έγινε πόρνη η πιστή πόλη! Ήταν γεμάτη κρίση· δικαιοσύνη κατοικούσε σ’ αυτήν, τώρα όμως δολοφόνοι”).

Πόσο ξέπεσε αυτή η πόλη, η Ιερουσαλήμ! Κάποτε ήταν πιστή σύζυγος, ενώ τώρα έχει γίνει πόρνη. Τι θα μπορούσε να εκφράσει καλύτερα το αίσθημα προδοσίας και απογοήτευσης που νοιώθει ο Ιεχωβά; «Δικαιοσύνη κατοικούσε σ’ αυτή» την πόλη. Πότε; Ακόμη και προτού έρθει σε ύπαρξη ο Ισραήλ, στην εποχή του Αβραάμ, αυτή η πόλη ονομαζόταν Σαλήμ. Την κυβερνούσε ένας άντρας που ήταν και βασιλιάς και ιερέας. Το όνομά του ήταν Μελχισεδέκ, που σημαίνει «Βασιλιάς Δικαιοσύνης», και φαίνεται ότι του ταίριαζε πολύ αυτό το όνομα (Heb 7:2, Gen 14:18-20). Περίπου 1.000 χρόνια μετά τον Μελχισεδέκ, η Ιερουσαλήμ έφτασε στο απόγειο της δόξας της, όταν βασίλευαν ο Δαβίδ και ο Σολομών. «Δικαιοσύνη κατοικούσε σε αυτήν», κυρίως όταν οι βασιλιάδες της έθεταν το παράδειγμα για το λαό περπατώντας στις οδούς του Ιεχωβά.

Την εποχή, όμως, του Ησαΐα αυτοί οι καιροί αποτελούν μακρινή ανάμνηση.

2) Ιερουσαλήμ (παράλληλη αναφορά με τη Βαβυλώνα τη Μεγάλη)

Φαίνεται ότι μεγάλο μέρος του προβλήματος έγκειται στους ηγέτες του λαού. Ο Ησαΐας συνεχίζει τη θρηνωδία του: «τὸ ἀργύριον ὑμῶν ἀδόκιμον· οἱ κάπηλοί σου μίσγουσι τὸν οἶνον ὕδατι· οἱ ἄρχοντές σου ἀπειθοῦσιν, κοινωνοὶ κλεπτῶν, ἀγαπῶντες δῶρα, διώκοντες ἀνταπόδομα, ὀρφανοῖς οὐ κρίνοντες καὶ κρίσιν χηρῶν οὐ προσέχοντες.», Hsa 1:22,23 (το ασήμι σου έχει γίνει αφρώδης σκουριά. Η σταρένια σου μπίρα είναι είναι αραιωμένη με νερό. Οι άρχοντές σου είναι πεισματάρηδες και συνεργάτες κλεφτών. Όλοι τους αγαπούν τη δωροδοκία και κυνηγούν δώρα. Για το αγόρι που είναι ορφανό από πατέρα δεν αποδίδουν κρίση· ούτε και η δικαστική υπόθεση της χήρας γίνεται δεκτή από αυτούς). Δύο διαδοχικά παραστατικές λεκτικές εικόνες δίνουν μια πρόγευση αυτών που πρέπει ν’ ακολουθήσουν. Ο σιδηρουργός στο καμίνι του ξαφρίζει την αφρώδη σκουριά από το λιωμένο ασήμι και την πετάει. Οι άρχοντες και οι κριτές του Ισραήλ μοιάζουν με τη σκουριά και όχι με το ασήμι. Πρέπει να πεταχτούν. Είναι άχρηστοι σαν τη μπίρα που έχει αραιωθεί με νερό και έχει χάσει τη γεύση της. Ένα τέτοιο ποτό είναι κατάλληλο μόνο για τον υπόνομο.

Το 23ο εδάφιο δείχνει γιατί οι ηγέτες αξίζουν μια τέτοια περιγραφή. Ο Μωσαϊκός Νόμος εξευγένιζε το λαό του Θεού, ξεχωρίζοντάς τον από τα άλλα έθνη. Παραδείγματος χάρη, το έκανε αυτό απαιτώντας να προστατεύονται τα ορφανά και οι χήρες (Exo 22:22-24). Αλλά στις ημέρες του Ησαΐα, το αγόρι που είναι ορφανό από πατέρα έχει ελάχιστες ελπίδες να κριθεί ευνοϊκά. Όσο για τη χήρα, αυτή δεν μπορεί να βρει κανέναν που να ακούσει έστω την υπόθεσή της, πόσο μάλλον ν’ αγωνιστεί για χάρη της. Όχι, αυτοί οι κριτές και οι ηγέτες είναι πολύ απασχολημένοι με τη φροντίδα των δικών τους συμφερόντων – επιδιώκουν δωροδοκίες, κυνηγούν δώρα και συνεργάζονται με κλέφτες, προφανώς προστατεύοντας τους εγκληματίες και αφήνοντας τα θύματά τους να υποφέρουν. Το χειρότερο είναι ότι έχουν γίνει «πεισματάρηδες», δηλαδή έχουν σκληρυνθεί σε αυτή την πορεία αδικοπραγίας (παραβ. 2Ti 3:1-5,13).

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Mat 20:17: «Καὶ ἀναβαίνων ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα παρέλαβεν τοὺς δώδεκα [μαθητὰς] κατ᾽ ἰδίαν καὶ ἐν τῇ ὁδῷ εἶπεν αὐτοῖς·».

Rom 15:26: «εὐδόκησαν γὰρ Μακεδονία καὶ Ἀχαΐα κοινωνίαν τινὰ ποιήσασθαι εἰς τοὺς πτωχοὺς τῶν ἁγίων τῶν ἐν Ἰερουσαλήμ.».

Apoc 3:12: «Ὁ νικῶν ποιήσω αὐτὸν στῦλον ἐν τῷ ναῷ τοῦ θεοῦ μου καὶ ἔξω οὐ μὴ ἐξέλθῃ ἔτι καὶ γράψω ἐπ᾽ αὐτὸν τὸ ὄνομα τοῦ θεοῦ μου καὶ τὸ ὄνομα τῆς πόλεως τοῦ θεοῦ μου, τῆς καινῆς Ἰερουσαλὴμ ἡ καταβαίνουσα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ θεοῦ μου, καὶ τὸ ὄνομά μου τὸ καινόν.».

Apoc 21:2: «Ὁ νικῶν ποιήσω αὐτὸν στῦλον ἐν τῷ ναῷ τοῦ θεοῦ μου καὶ ἔξω οὐ μὴ ἐξέλθῃ ἔτι καὶ γράψω ἐπ᾽ αὐτὸν τὸ ὄνομα τοῦ θεοῦ μου καὶ τὸ ὄνομα τῆς πόλεως τοῦ θεοῦ μου, τῆς καινῆς Ἰερουσαλὴμ ἡ καταβαίνουσα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ θεοῦ μου, καὶ τὸ ὄνομά μου τὸ καινόν.».

Apoc 21:10: «καὶ ἀπήνεγκέν με ἐν πνεύματι ἐπὶ ὄρος μέγα καὶ ὑψηλόν, καὶ ἔδειξέν μοι τὴν πόλιν τὴν ἁγίαν Ἰερουσαλὴμ καταβαίνουσαν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ θεοῦ».

ΛΕΞΙΚΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ:

1) Η Ιερουσαλήμ όπως και άλλες πόλεις της Παλαιστίνης: Γέρασα, Ιεριχώ, Γαδάρα κ.ά. με παραστάσεις τραγωδίας και κωμωδίας, τα οποία ήταν και η πιο ελκυστική (παραβ. 1Co 15:32 όπου το γνωμικό «φάγωμεν πίωμεν αὔριον γὰρ ἀποθνήσκωμεν» φέρεται να είναι απόσπασμα από την κωμωδία του Ευριπίδη (Aug. Nauck: Euripidis Tragoedia Vol III σελ. 282 frgm 1013 Lipsiae 1912).

2) Στην Ιερουσαλήμ ο Ηρώδης έκτισε θέατρο, αμφιθέατρο, στάδιο και ιπποδρόμιο, καθώς στο άκουσμα της λέξεως στάδιον πάντες κατανοούσαν τη σημασία της. Τα στάδια τότε είχαν μήκος συνήθως 185 μέτρα (παραβ. Luk 24:13). Εξάλλου η λ. στέφανος χρησιμοποιείται (ως στέμμα, στεφάνι) ως έμβλημα και διάδημα αναγνωρισμένης αξίας ή αξιώματος. Στον Ιησού Χριστό έπλεξαν ένα στεφάνι από αγκάθια για να χλευάσουν τη βασιλική ιδιότητά του και προφανώς για να επιτείνουν το μαρτύριό του (παραβ. Mat 27:29, Mar 15:17, Joh 19:2). Πέραν αυτού η λ. χρησιμοποιείται και στη φρασεολογία των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη) ως δάνειο από τα γνωστά αγωνίσματα της εποχής (παραβ. α) ως ουσιαστικό (στέφανος): 1Co 9:25, Phl 4:1, 1Th 2:19, 2Ti 4:8, Jac 1:12, 1Pe 5:4, Apoc 2:10, 3:11, 4:4,10, 6:2, 12:1, β) ως ρήμα (στεφανόω, -ῶ): 2Ti 2:5, Heb 2:7,8).

3) Μετά την Τύρο (332 π.Χ.) και τη Γάζα, ο Μ. Αλέξανδρος δέχτηκε την ειρηνική προσφορά υποταγής της Ιερουσαλήμ από Επιτροπή με επικεφαλής τον Αρχιερέα Ιαδδούα. Ο Μ. Αλέξανδρος παραχώρησε στους Ιουδαίους α) απαλλαγή από φόρους κατά το Σαββατιαίο έτος, β) θρησκευτική και δικαστική αυτοτέλεια, γ) τα αυτά προνόμια παραχώρησε και στους Ιουδαίους άνδρες που κατετάγησαν να υπηρετήσουν στον στρατό του.

4) Στην Ιερουσαλήμ την εποχή του Αντιόχου του Δ΄ οι Ιουδαίοι υπέφεραν πικρά βάσανα, μαστιγώνονταν και ανεσταυρώνονταν (παραβ. Ιώσηπ. ΙΑ 12,5,4/255-6). Ο Ιώσηπος αναφέρει επίσης ότι κατά την άλωση της Ιερουσαλήμ από τον Τίτο (70 μ.X.) είδε πολλούς «αιχμαλώτους ανεσταυρωμένους» (παραβ. Ιώσηπ. Βίος 75).

5) Ο Ρωμαίος στρατηγός Πομπήϊος κατέλαβε την Παλαιστίνη (65 π.Χ.), την Ιουδαία και την Ιερουσαλήμ (65-63 π.Χ.) αφού κατέστειλε την αντίσταση υπό τον Αριστόβουλο, κατέπνιξε στο αίμα την περιοχή και βεβήλωσε το «Άγιον των Αγίων»του Ιουδαϊκού Ναού (παραβ. Ιώσηπ. Ιουδαϊκές Αρχαιότητες 14,4,2-4, και Ιουδ. Πολιορκ. 1,7,3-5). Αργότερα (57 π.Χ.) η Ιερουσαλήμ ήταν μια πρωτεύουσα από τις 5 φορολογικές περιοχές (συνέδρια ή συνοδοί).

Το 37 π.Χ. ο Ηρώδης ήταν ο κύριος της κατάστασης υπό Ρωμαϊκή όμως επικυριαρχία και κατεστάθη Αρχιερεύς και Βασιλεύς της Ιουδαίας (37-4 π.Χ.). Τότε έκτισε το ναό του Ρωμαίου αυτοκράτορα (λόγω της Καισαρολατρείας ή Βασιλοθεϊσμού). Επίσης ανοικοδόμησε το Ζοροβαβέλειον παλαιό Ναό της Ιερουσαλήμ, γνωστό και ως Μέγας Ναός.

Τέλος ο Αρχέλαος ήταν Βασιλεύς Ιουδαίας, Σαμαρείας.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 3:12: Heb 12:22  Apoc 21:2

1) Ἱερουσαλήμ, η, άκλιτ. τα Ἱεροσόλυμα, Ἰώσηπ. κατὰ Ἀππίωνος 1. 22, σ. 455, κτλ.

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο΄): (Αξιοσημείωτα Εδάφια): Jos 10:1, Jgs 1:8, 1Sa 11:1, 2Sa 5:5, 11:1, 1Ki 10:27, 11:42, Dan 5:2,3, Zec 1:12,14, Mal 2:11, 3:4.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Jerusalem.

Ἱερουσαλήμ, ἡ, indecl., the city of Jerusalem, Hebr.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Jerusalem.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Jerusalem.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Gerusalemme.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Jérusalem.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Jerusalén.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Jerusalém.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Jeruzalem.