Ευρετήριο

Ἡμίωρον




ΡΙΖΑ: < ΗΜΙ- + -ΩΡΟΝ, ΗΜΙ- < Ι.Ε. *SEM-I < *SEM- "ένας", -ΩΡΟΝ < ΩΡΑ, βλ. λ. ΩΡΑ (4896). (Βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 1).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Μισή ώρα, ημίωρο.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ὥρα Μatt 8:13, Ἥμισυ Mat 6:23.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Χρόνος Joh 7:33.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ὥρα Mat 10:19, 18:1, 20:3,5,9,12.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό β΄ κλίσης, ουδετέρου γένους: Ἡμίωρον, -ου.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἡμίωρον: Αιτιατική ενικού.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 8:1: «Καὶ ὅταν ἤνοιξεν τὴν σφραγῖδα τὴν ἑβδόμην, ἐγένετο σιγὴ ἐν τῷ οὐρανῷ ὡς ἡμιώριον.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 8:1: Apoc 6:1  Apoc 5:1

1) Η σύνθετη αυτή λ. Ἡμιώρων (βλ. ΡΙΖΑ) αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Ἡμιώρων χρησιμοποιείται σε μοναδική αναγραφή στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Half-hour.

Ἡμιώριον, ου, τό, a half-hour, N. T. Fr. ἥμισυς and ὥρα.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Media Hora.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Halbe Stunde.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Mezz'ora.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Demi-heure.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Media hora.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Meia hora.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Half uur.