Ευρετήριο

Ἑτοιμάζω / Ἑτοιμάζομαι



ΡΙΖΑ: < ΕΤΟΙΜΟΣ + ρημ. κατάλ. -ΑΖΩ (βλ.λ. ΕΤΟΙΜΟΣ).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Ετοιμάζω, παρασκευάζω, προετοιμάζω.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἕτοιμος Mat 24:44, Ετοίμως 2Co 12:14, Προετοιμάζω Eph 2:10, Ἑτοιμασία Eph 6:15.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Καταρτίζω Heb 10:5, Κατασκευάζω Mat 11:10, Κτῶμαι Mat 10:19, Σπένδομαι 2Ti 4:6, Προβλέπω Heb 11:40, Πρόθυμος Rom 1:15, Ποιῶ Luk 12:33, Παρασκευάζω 1Co 14:8, Παρασκευή Joh 19:31, Προνοῶ 1Ti 5:8, Μέλλω 2Pe 1:12.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Τελειῶ Joh 4:34, 5:36.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. ἑτοιμάζω, Πρτ. ἡτοίμαζον, Μέλ. ἑτοιμάσω, Αόρ. ἡτοίμασα, Πρκ. ἡτοίμακα, Υπερσ. ἡτοιμάκειν.

Μέσ. Ενεστ. ἑτοιμάζομαι, Πρτ. ἡτοιμαζόμην, Μελ. παθ. ἑτοιμασθήσομαι, Αόρ. παθ. ἡτοιμάσθην, Πρκ. ἡτοίμασμαι, Υπερσ. ἡτοιμάσμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Ἑτοιμάζω

Α) Μεταβατικό

i) + αιτ.: ετοιμάζω-προετοιμάζω κάτι ή κάποιον (Mat 3:3 …Ἑτοιμάσατε τὴν ὁδόν τοῦ Κυρίου…),

ii) + αιτ. + ίνα…: ετοιμάζω κάποιον να… (Apoc 8:6 …Ἡτοίμασαν αὐτοὺς ἵνα σαλπίσωσιν…).

2) Ἑτοιμάζομαι

Α) Αμετάβατο: ετοιμάζομαι-προετοιμάζομαι (Mat 25:34 …Τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν Βασιλείαν….

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἑτοίμαζε: β΄ ενικό Προστακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

2) Ἑτοιμᾶσαι: Απαρέμφατο Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

3) Ἑτοιμάσαντες: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

4) Ἑτοιμάσας: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

5) Ἑτοιμάσατε: β΄ πληθυντικό Προστακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

6) Ἑτοιμασθῇ: γ΄ ενικό Υποτακτικής Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

7) Ἑτοίμασον: β΄ ενικό Προστακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

8) Ἑτοιμάσω: α΄ ενικό Οριστικής Μέλλονατ Ενεργητικής Φωνής.

9) Ἑτοιμάσωμεν: α΄ πληθυντικό Υποτακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

10) Ἡτοίμακα: α΄ ενικό Οριστικής Παρακειμένου Ενεργητικής Φωνής.

11) Ἡτοίμασαν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

12) Ἡτοίμασας: β΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

13) Ἡτοίμασεν: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

14) Ἡτοιμασμένην: Αιτιατική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του Παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

15) Ἡτοιμασμένοι: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

16) Ἡτοιμασμένοις: Δοτική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

17) Ἡτοιμασμένον: Αιτιατική ενικού μετοχής αρσενικού ή ουδετέρου γένους του Παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

18) Ἡτοίμασται: γ΄ ενικό Οριστικής Παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 19:7: «χαίρωμεν καὶ ἀγαλλιῶμεν καὶ δώσωμεν τὴν δόξαν αὐτῷ, ὅτι ἦλθεν ὁ γάμος τοῦ ἀρνίου καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ ἡτοίμασεν ἑαυτὴν»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 19:7: Apoc 19:9  2Co 11:2

1) Η λ. Ἑτοιμᾶσθαι στο εδάφιο Luk 1:17 περιλαμβάνεται σε μια περιγραφή με ποιητική έξαρση ως ένας ύμνος χωρίς μέτρο. Η περιγραφή αυτή αναφέρεται ως ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό.

2) Η λ. Ἡτοίμασας στο εδάφιο Luk 2:31 περιλαμβάνεται σε μια περιγραφή με ποιητική έξαρση ως ένας ύμνος χωρίς μέτρο. Η περιγραφή αυτή αναφέρεται ως ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό.

3) Η λ. Ἑτοιμάσατε στο εδάφιο Mat 3:3 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 40:3).

4) Η λ. Ἑτοιμάσατε στο εδάφιο Mar 1:2 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 40:3).

5) Η λ. Ἡτοίμασεν στο εδάφιο 1Co 2:9 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Hsa 64:4).

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Pro 8:27-30 (Col 1:16, Joh 1:3).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Hold, Prepare, Provide, Ready.

Ἑτοιμάζω, f. άσω, 1. a. ἡτοίμασα, to make ready, prepare, get in readiness; to provide, Thucyd. ii, 7; mid. to prepare for one’s self, to procure, provide, Thucyd. vi, 17; 1. a. imperat. act. ἑτοίμασον, άτω, pf. pas. ἡτοίμασμαι. Hence

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Paro, Expedio, Fundo, Firmo, Stabilio.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Brew, Immer bereit.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Brew, Si prepara.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Brew, Se prépare.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Brew, Preparándose, Me estoy preparando.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Brew, Preparando-se, Estou me preparando.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Brouwen, Klaar, Ik ben klaar.