Ευρετήριο

Ψῆφος




ΡΙΖΑ: <θ. ΨΗΦ-/ΨΑΦ-, που ανάγονται CE Ι.Ε. ρ. *BHES- "τρίβω, αλείφω".

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Μικρό, στρογγυλό και λείο βότσαλο που χρησίμευε ως ψήφος, στα αρχαία δικαστήρια. Οι ένοχοι καταδικάζονταν με τη ρίψη μαύρων βοτσάλων ενώ για τους αθώους έριχναν λευκά βότσαλα, ψήφος.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ψηφίζω Act 26:10.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Λίθος Mat 4:3, Λίθινος Joh 2:6.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀπέχω Mar 14:41, Ἀμέριμνος Mat 28:14.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό β΄ κλίσης, θηλυκού γένους: Ψῆφος,-ου.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ψῆφον: αιτιατική ενικού.

ΕΞΕΙΚΟΝΙΣΤΙΚΗ ΛΕΚΤΙΚΗ ΦΡΑΣΕΟΛΟΓΙΑ:

Ψήφος (λευκή) (Apoc 2:17)

Αυτοί λαβαίνουν επίσης «ένα λευκό βότσαλο». Στα ρωμαϊκά δικαστήρια, χρησιμοποιούνταν βότσαλα για την έκδοση της απόφασης. Το λευκό βότσαλο σήμαινε αθώωση ενώ το μαύρο βότσαλο σήμαινε καταδίκη, συνήθως σε θάνατο. Το ότι ο Ιησούς δίνει «ένα λευκό βότσαλο» στους Χριστιανούς της Περγάμου δείχνει ότι τους κρίνει και τους βρίσκει αθώους, αγνούς και καθαρούς.

Αλλά τα λόγια του Ιησού μπορεί να σημαίνουν και κάτι παραπάνω. Στη ρωμαϊκή εποχή, τα βότσαλα χρησιμοποιούνταν επίσης και σαν εισιτήρια που εξασφάλιζαν την είσοδο σε σημαντικά γεγονότα. Ως εκ τούτου, το λευκό βότσαλο μπορεί να υποδηλώνει κάτι πολύ ξεχωριστό για το νικητή χρισμένο Χριστιανό—το ότι γίνεται δεκτός σε μια τιμημένη θέση στον ουρανό στο γάμο του Αρνιού. Παρέχονται μόνο 144.000 τέτοια βότσαλα. (Apoc 14:1· 19:7-9).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 2:17: Apoc 2:7  1Jo 5:5  Apoc 3:12  Exo 16:15  Exo 16:31  Psa 78:24  Joh 6:51  Heb 9:4  Pro 22:1  Apoc 3:12  Apoc 19:12

1) Η λ. Ψῆφος χρησιμοποιείται σπάνια στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Exo 4:25, Ecc 7:25, Lam 3:16.

1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Psephology.

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: Vote, A little stone, A counter, given in as a vote.

Ψῆφος, ου, , a little stone, a pebble; a counter; a little pebble, given in as a vote, and hence the vote itself, Herodt. viii, 123; Eurip. Hec. 195; Soph. Œd. t. 607; the resolve or decree carried by voting, Eurip. Androm. 1261; a calculation, Æschyl. Ag. 556; a gem; a chess-man, etc.; the right of advising or voting on any subject; succour; as, ψῆφος θεοῦ, apud Jos.; also, a kind of divination made with little pebbles; τήν ψῆφον τίθεσθαι, to express one’s opinion, or decision, Plat. Apol. §23; Xen. Cyr. i, 3, 14; τήν ψήφον φέρειν, the same; δῆφον τιθέναι, to put to the vote, to propose for decision; μιᾷ ψήφῳ, with one consent; καθαραί ψῆφοι, a clear reckoning, when the disbursements are equal to the receipts, Demosth. 303, 22; ταύτῃ δέ τῇ γνώμῃ ἔφη καί τούς ἄλλους προσθέσθαι (τήν ψήφον), and to this opinion he said the rest also subscribed; τήν ψῆφον αἰτεῖν, to ask the judges for a decision, Demosth. 82, 17. Probably from ψάω, Æol., ψέω, Ion.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Calculus, Sententia, Suffragium.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Abstimmen.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Vota.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Votez.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Voto.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Voto.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Stemming.