Ευρετήριο

Τρέφω




ΡΙΖΑ: <θ.*ΘΡΕΦΩ, με ανομοίωση των δασέων, <Ι.Ε.*DHREBH- "τρέφω, αναπτύσσω".

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Τρέφω, παρέχω τροφή (βλ. συντ. παρατ. 1Αi).

2) Ανατρέφω (βλ. συντ. παρατ. 2Α).

3) Παχαίνω (βλ. συντ. παρατ. 1Αi).

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Τροφός 1Th 2:7, Τροφή Mat 3:4, Διατροφή 1Ti 6:8, Ἀνατρέφω Act 7:20, Ἐκτρέφω Eph 5:29, Ἐντρέφω 1Ti 4:6.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Χορτάζω Apoc 19:21, Ψωμίζω Rom 12:20, Ψωμίον Joh 13:26, 27, 30, Ἐσθίω Mat 11:18, 19, Βοσκῶ Mat 8:30, Ποιμαίνω Luk 17:7, Ποτίζω 1Co 3:2.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Πεινῶ Rom 12:20, 1Co 11:34.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. τρέφω, Πρτ. ἔτρεφον, Μέλ. θρέψω, Αόρ. ἔθρεψα, Πρκ. τέτροφα.

Μέσ. Ενεστ. τρέφομαι, Πρτ. ἐτρεφόμην, Μέλ. μέσ. τραφήσομαι, Αόρ. μέσ. ἐτράφην, Πρκ. τέθραμμαι, Υπερσ. ἐτεθράμμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Τρέφω

Α) Μεταβατικό

i) + αιτ.: τρέφω κάποιον ή κάτι (Mat 6:26…Ὁ πατήρ ὑμῶν ὁ Οὐράνιος τρέφει αὐτά), παχαίνω κάτι (Jac 5:5….Ἐθρέψατε τὰς καρδίας ὑμῶν….).

2) Τρέφομαι

Α) Αμετάβατο: ανατρέφομαι (Luk 4:16….Ἦλθεν εἰς τήν Ναζαρέτ, οὐ ἦν τεθραμμένος….).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἐθρέψαμεν: α΄ πληθυντικό οριστικής αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

2) Ἔθρεψαν: γ΄ πληθυντικό οριστικής αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

3) Ἐθρέψατε: β΄ πληθυντικό οριστικής αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

4) Τεθραμμένος: ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

5) Τρέφει: γ΄ ενικό οριστικής ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

6) Τρέφεσθαι: απαρέμφατο ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

7) Τρέφωσιν: γ΄ πληθυντικό υποτακτικής ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 12:6: «καὶ ἡ γυνὴ ἔφυγεν εἰς τὴν ἔρημον, ὅπου ἔχει ἐκεῖ τόπον ἡτοιμασμένον ἀπὸ τοῦ θεοῦ, ἵνα ἐκεῖ τρέφωσιν αὐτὴν ἡμέρας χιλίας διακοσίας ἑξήκοντα.»

Apoc 12:14: «καὶ ἐδόθησαν τῇ γυναικὶ αἱ δύο πτέρυγες τοῦ ἀετοῦ τοῦ μεγάλου, ἵνα πέτηται εἰς τὴν ἔρημον εἰς τὸν τόπον αὐτῆς, ὅπου τρέφεται ἐκεῖ καιρὸν καὶ καιροὺς καὶ ἥμισυ καιροῦ ἀπὸ προσώπου τοῦ ὄφεως.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 12:6: 1 Ki 19:6  Pro 30:8

Apoc 12:14: Mat 4:4  Luk 12:42

1) Η λ. Τρέφω ως ρήμα παράγει το ουσιαστικό Τροφός το οποίο δηλώνει είτε το πρόσωπο που ενεργεί είτε (γενικά) ενέργεια, σύμφωνα με το ονοματικό σύστημα της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Feed, Nourish, nurture, nurse, fodder, Bring up.

Τρέφω, f. θρέψω, 1. a. ἔθρεψα, to make firm, compact, fat, vigorous; to nourish, bring up, to rear, Xen. Cyr. i, 4, 5; to feed; to support; to maintain, Soph. Œd. T. 351; to wear; τήν θ’ ὑπήνην ἄκουρον τρέφων, wearing the hair of his under lip unshaven like the Spartans, Aristoph. Vesp. 477; to fortify; to coagulate, Odys. ix, 246; 2. a. ἔτραφον, intrans. with Homer, to be well fed, fat; mid. to maintain or nourish one’s self, etc.; f. mid. θρέψομαι, will be reared, Plat. Crit. 54, A; 1. a. mid. ἐθρεψάμην, 1. a. pas. ἐθρέφθην, pf. pas. τέθραμμια, ψαι, πται, part. pf. pas. τεθραμμένος, educated or brought up; 2. a. ἐτράφην· τέραφεν, Ion. for ἐτράφησαν, Il. xxiii, 348; 2. f. pas. τραφήσομαι, Demosth.; 2. pf. τέτροφα, to grow about, adhere; πολλή δέ περί χροΐ τέτροφεν ἅλμη, Odys. xxiii, 237; ὅτι καί πόλις τέτροφεν ἄφιλον, Soph. Œd. C. 186; τρέφω sometimes signifies to be, Aristoph. Thesm. 141; Soph. Antig. 888; Id. Phil. 3; κάρτιστοι δή κεῖνοι ἐπιχθονίων τράφεν (for ἐτράφησαν) ἀνδρῶν, Il. i, 266. Hence θρέψις, εως, ἡ, nourishment; θρεπτήρ, ῆρος, ὁ, one who nourishes.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Pascere, Feed, Alere, Enutrire, Nutrire, Nutrio, Pasco, Educo, Vesco, Alo, Nutrico.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Nähren, Zuführung, Ernähren, Pflegen, Päppeln, Nahrhaft Sein.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Nutrire, Alimentazione, Alimentare, Cibare, Portare.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Nourrir, Alimentation, Alimenter, Entretenir, Soutenir.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Nutrir, Pienso, Alimentar, Fomentar, Sustentar.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Nutrir, Alimentação, Alimentar, Sustenta, Manter, Adubar.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Voeden, Voederen, Feed, Diervoeders.