Ευρετήριο

Τίμιος




ΡΙΖΑ: <ΤΙΜΗ (βλ.λ.).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Αξιος τιμής, αξιότιμος, πολυτελής, πολύτιμος.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Τιμή 1Pe 2:7, Τιμιότης Apoc 18:19, Ἔντιμος Luk 7:2, Πολύτιμος Mat 13:46, Βαρύτιμος Mat 26:7, Ἰσότιμος 2Pe 1:1.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἀγαπητός 1Th 2:8, Ἔνδοξος 1Co 4:10, Εὐσχήμων Mar 15:43, Σεμνός Phl 4:8, Πολυτελής 1Pe 3:4.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἄτιμος Mat 13:57, Ἀτιμία Rom 1:26, 9:21.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Επίθετο β΄ κλίσης, τρικατάληκτο σε -ος, -α, -ον.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΕΠΙΘΕΤΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Τιμία: ονομαστική πληθυντικού ουδετέρου γένους.

2) Τιμίαν: αιτιατική ενικού θηλυκού γένους.

3) Τίμιον: αιτιατική ενικού αρσενικού γένους.

4) Τίμιος: ονομαστική ενικού αρσενικού γένους.

5) Τιμίους: αιτιατική πληθυντικού αρσενικού γένους.

6) Τιμίῳ: δοτική ενικού αρσενικού ή ουδετέρου γένους.

7) Τιμιωτάτου: γενική ενικού αρσενικού ή ουδετέρου γένους στον υπερθετικό βαθμό.

8) Τιμιωτάτῳ: δοτική ενικού αρσενικού γένους στον υπερθετικό βαθμό.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 17:6: «καὶ εἶδον τὴν γυναῖκα μεθύουσαν ἐκ τοῦ αἵματος τῶν ἁγίων καὶ ἐκ τοῦ αἵματος τῶν μαρτύρων Ἰησοῦ. Καὶ ἐθαύμασα ἰδὼν αὐτὴν θαῦμα μέγα.»

Apoc 18:16: «λέγοντες· οὐαὶ οὐαί, ἡ πόλις ἡ μεγάλη, ἡ περιβεβλημένη βύσσινον καὶ πορφυροῦν καὶ κόκκινον καὶ κεχρυσωμένη [ἐν] χρυσίῳ καὶ λίθῳ τιμίῳ καὶ μαργαρίτῃ»

Apoc 21:11: «ἔχουσαν τὴν δόξαν τοῦ θεοῦ, ὁ φωστὴρ αὐτῆς ὅμοιος λίθῳ τιμιωτάτῳ ὡς λίθῳ ἰάσπιδι κρυσταλλίζοντι.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 17:6: Apoc 6:9, 18:24, 19:2

Apoc 18:16: Apoc 17:4

Apoc 21:11: Hsa 60:1,2, Exo 24:9,10

1) Η λ. Τιμίους στο εδάφιο 1Co 3:12 μεταφέρει μια εικόνα ενός αντικειμένου (ως θεμέλιον) με την αρμόζουσα σημασία. Αναφέρεται ως ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό του (πρωτότυπου κειμένου) των Χριστιαν. Ελλην. Γραφών (Καινής Διαθήκης).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Honest, Costly, Dear, Honourable, Precious, Reputation.

Τίμιος, ία, ιον, estimated; held in honor; prized; honorable; δῶρα, ἅ νομίζεται παρά βασιλεῦσι τίμια, presents which among kings are reckoned honorable, Xen. Anab. i, 2, 27; Soph. Œd. t. 895; revered, dear; τίμιον πρίασθαι, to buy dear, Aristoph. Vesp. 253; τίμιας ποιοῦσι τάς αὐλητρίδας, Plat. Prot. 347, C; valuable, precious, Eurip. Hec. 623; compar. τιμιώτερος, superl. τιμιώτατος, άτη, ατον. Fr. τιμή.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Pretiosus, Honorabilis.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Ehrlich.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Onesto.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Honnête.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Honesto.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Honesto.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Eerlijk.