Ευρετήριο

Τίθημι




ΡΙΖΑ: α) ΤΙΘΗΜΙ, β) ΘΙ-, ΘΗ-, ΘΙ-ΘΕ-, ΤΙ-ΘΗ-, ΤΙ-ΘΕ-, ΤΙ-ΘΗ-ΜΙ, γ) ΙΝΔ/Ε: DHE, DHO.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Θέτω, τοποθετώ, βάλλω, φέρω (βάζω) κάτι σε μια θέση.

2) Θέτω, ορίζω, κανονίζω, αποφασίζω.

3) Εκτιμάω, απονέμω.

4) Κατατάσσω σε κάποια τάξη, θεωρώ, υπολογίζω, λογαριάζω.

5) Πιστεύω, σκέπτομαι, λαμβάνω υπ' όψιν, νομίζω.

6) (Στρατ.) αποθέτω, λαμβάνω τα όπλα, τα στήνω, καταλαμβάνω θέσιν, παρατάσσομαι προς μάχη.

7) (Προσωπ. και πράγμ.) κάμνω ή καθιστώ κάποιον ή τον φέρνω σε κάτι, μεταβάλλω κάτι, κατορθώνω, πραγματοποιώ.

8) (Επί πραγμ.) κάμνω, προκαλώ, δημιουργώ, απεργάζομαι, παράγω, κάμνω να συμβεί κάτι.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Τίθημι Mat 27:60, 22:44, Κατατίθημι Mar 15:46, Ἀποτίθημι Heb 12:1, Παρατίθημι Luk 12:48, Ὑποτίθημι Rom 16:4, Ἐπιτίθημι Mat 9:18, Mar 7:32, Ἀνατίθημι Act 25:14, Προστίθημι Act 13:36, Περιτίθημι Mat 27:28, Παρατίθημι Mat 13:24, Καθίστημι Act 7:10, Διατίθημι Luk 22:29, Συνίστημι Gal 2:18, Νομοθέτης Joh 4:12, Θήκη Joh 18:11, Ἀνάθεμα Act 23:14, Θεμελιόω 1Pe 5:10, Θεμέλιος Luk 6:48, Ἀθετέω Mat 6:26, Ἐκτίθημι Act 7:21, Μετατίθημι Act 7:16, Προστίθημι Mat 6:27, Προτίθημι Rom 1:13, Συντίθημι Luk 22:5, Συγκατατίθεμαι Luk 23:51.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Τάσσω Act 15:2, Διατάσσω Luk 3:13, Συντάσσω Mat 27:10, Προτάσσω Act 17:26, Κεῖμαι Luk 2:34, Ἀπόκειμαι Col 1:5, Ἐπιβάλλω Act 4:3, Καταβάλλω Heb 6:1, Ὁρίζω Act 10:42, Κρίνω Act 16:4, Ἑδραῖος Col 1:23.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Αἴρω Mat 4:6, 9:6, 11:29, 16:24, Ἀθετέω Mat 6:26.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα β΄ συζυγίας

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. τίθημι, Πρτ. ἐτίθην, Μέλ. θήσω, Αόρ. ἔθησα, Πρκ. ἔθηκα.

Μέσ. Ενεστ. τίθεμαι, Πρτ. ἐτιθέμην, Μέλ. μέσ. θήσομαι, Αόρ. μέσ. ἐθέμην, Πρκ. τέθειμαι, Υπερσ. ἐτεθείμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

1) Τιθέναι: απαρέμφατο ενεστώτα ενεργητικής φωνής.

2) Θήσω: α΄ ενικό οριστικής μέλλοντα ενεργητικής φωνής.

3) Θέσθε: β΄ πληθυντικό προστακτικής ενεστώτα μεσοπαθητικής φωνής.

4) Ἐτίθει: γ΄ ενικό οριστικής παρατατικού ενεργητικής φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 11:9: «καὶ βλέπουσιν ἐκ τῶν λαῶν καὶ φυλῶν καὶ γλωσσῶν καὶ ἐθνῶν τὸ πτῶμα αὐτῶν ἡμέρας τρεῖς καὶ ἥμισυ καὶ τὰ πτώματα αὐτῶν οὐκ ἀφίουσιν τεθῆναι εἰς μνῆμα.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 11:9: Apoc 12:17, 13:7, 11:11

1) Η λ. Θήσω στο εδάφιο Mat 12:18 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 42:1- 4, 9).

2) Η λ. Τέθεικα στο εδάφιο Act 13:47 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 42:6, 49:6).

3) Η λ. Τίθημι στο εδάφιο Rom 9:33 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 28:16).

4) Η λ. Θ στο εδάφιο 1Co 15:25 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Psa 8:6).

5) Η λ. Τίθημι στο εδάφιο 1Pe 2:6 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Hsa 28:16).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Put, Place, Dispose, Appoint, Bow, Commit, Conceive, Give, Lay, Make, Ordain, Purpose, Set, Settle, Sink.

Τίθημι, originally, to cause or to make, Il. i, 2; iii, 122, et passim; ἡ μ’ ἔθηκεν ὧδ’ ἄπουν, Soph. Phil. 534; to put, place, dispose; to lay down, establish, to adopt; εἰ σύ ἔφη βούλει ἐμόν τιθέναι, if you choose, said he, to adopt my sentiment, Plat. Polit. iii, 3; used in a great variety of senses, according to the subject; as, to esteem; to put down to do; οὐδ’ ἔχω πᾷ θῶ, I know not what to do, or how to dispose of myself, Soph. Antig. 1323; to institute or appoint, Æschyl. Pers. 225; Demosth. 62, 24; to dispose or regulate; to propose or offer as a premium; to refer to or consider as among the number of; to propose as a subject for discussion or explanation; to suppose or put a case, speaking hypothetically; to admit that a thing may be; and besides, to offer, present, ore perform to any one; to render or make one happy, miserable, etc., »schyl. Prom. 442, 850; to give, attribute, or ascribe any thing to any one; to put in pawn; to pay what is due, Demosth. 261, 2; 607, 2; ἔθηκε, caused or inflicted sufferings, Il. i, 2; χαλέπ’ ἄλγε’ ἐπ’ ἀλλήλοισι τιθέντες, Il. v, 384; pres. imperat. τίθει (doubtful if τίθετε was ever used; the 2. sing. is from τιθέω), pres. inf. τιθέναι, part. pres. τιθείς, έντος, impf. ἐτίθην, ης, η, and ἐτίθεον, from τιθέω, f. θήσω, also, f. mid. θήσομαι, Soph. Phil. 586, used in an active sense, and generally for θήσω, pf. τέθεικα, Demosth. 845, 20; 1. α. ἔθηκα, 2. α. ἔθην, ης, η, subj. θῶν, ῇς, ῇ, part. θείς, έντος, pres. mid. τίθεμαι, to place or station for one’s self, or one’s own, etc.; to make or render for one’s self; to think, suppose; to resolve, to enact, etc.; pf. pas. τέθειμαι, plupf. ἐτεθείμην, σο, το, 1. a. pas. ἐτέθην, ης, η· οἱ νόμοι ἐτέθησαν, the laws were enacted, Æschin. c. Ctes.; also, to be buried; ἐν τῷδε τῷ μνήματι τιμηθέντες ὑπό τῆς πόλεως πρῶτοι ἐτέθησαν, Plat. Menex. 242, C; 1. a. subj. pas. τεθῶ, ῇς, ῇ, inf. τεθῆναι, 1. a. m. ἐθηκάμην, ω, ατο, 2. a. ind. mid. ἐθέμην, ἔθεσο, and ἔθου, ἔθετο, imperat. θέσο and θοῦ, θέσθω, part. θέμενος η, ον· θεῖναι ὑποθήκην, act. to give a pledge or pawn; θέσθαι ὑποθήκην, mid. to receive a pledge; ὅπλα θέσθαι, to make a truce or suspension of arms; also, to assume arms, to go to war, Demosth. 322, 8; also, to encamp, Id. 188, 10; καλῶς θέσθαι, to turn to account, Thucyd. i, 31; also, to ground arms; πρόσθεν τιθέναι, to prefer, Eurip. Hec. 128; ἐγώ γάρ τἀμά θήσομαι καλῶς, for I shall take proper care of my own interest, Eurip. Hipp. 706; γνώμῃ τίθεσθαι, to assent to a proposition, Soph. Phil. 1434; κέρδος τιθέναι, to account gain; τήν ψῆφον τίθεσθαι, to give one’s vote; τήν γνώμην, to state one’s opinion, Xen. Cyr. i, 3, 14; Soph. Phil. 1434; χάριν τίθεσθαι, to gratify. A legislator is said νόμον τιθέναι, to propose a law, and the people who accept it are said τίθεσθαι, to establish it (this is not always observed); ποῦ χρῆ τίθεσθαι ταῦτα; what are we to think of this? Soph. Phil. 440; ἐν ἐχθροῖσιν τιθείς, reckoning among enemies; μή θῆσθε νόμον μηδένα, Demosth. 31, 11; τόν πόλεμον τίθεσθαι, to give up or abandon the war, Plat. Menex. 245, E, and 243, E; ὄνομα τίθεσθαι, to impose a name; τίθεσθαι, to give in pawn, Demosth. 1203, 12; περί πόλλου τίθεσθαι, to put a high value upon. See Greek Exercises, p. 293, and Gram., pp. 85 and 86. The for τιθέω, according to some, is not used in the present by the Attic poets. The 1st person is not, but the 2d and others occasionally, Eurip. Orest. 141. The 2. sing. of the imperat. is always τίθει, never, it is belived, τίθετι, Æshyl. Ag. 1029; Id. S. Theb. 187. The root is θε, whence θέω, then by redupl. τιθέω, f. θήσω, etc., θέ-εμι, contract. θῆμι, by redupl. τίθημι, etc.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Feci, Factum, Facilis, Facies, Factor, Artifex, Efficio, Officium, -Do, -Dere, Abdo, Addo, Condo, Conditio, Perdo, Pono, Existimo, Sumo, Vindico.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Setzen, Ort, Entsorgen, Ernennen, Bogen, Commit, Begreifen, Geben, Legen, Machen, Ordinieren, Zweck, Waschbecken.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Mettere, Dispose, Nominare, Fiocco, Commit, Concepire, Dare, Laici, Trucco, Purpose, Lavandino.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Mettez, Dispose, Nommer, Commettre, Concevoir, Donner, Lay, Faire, Décréter, But, Evier.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Botar, Nombrar, Comprométase, Concebir, Dar, Laicos, Hacer, Asignó, Propósito.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Coloque, Dispose, Nomear, Concebe, Dê, Lay, Marca, Ordenar, Purpose.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Zetten, Plaats, Gooi, Benoemen, Comite, Opvat, Geef, Maak, Doel, Instellen, Wastafel.