Ευρετήριο

Στηρίζω



ΡΙΖΑ: <θ. ΣΤΗΡ-, εκτεταμένη βαθμίδα του Ι.Ε.*STER- "σταθερός, αμετακίνητος, συμπαγής".

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Στηρίζω, καθιστώ κάτι στερεό με υποστήριγμα, στερεώνω, στυλώνω, στήνω όρθιο, τοποθετώ στερεά (βλ. συντ. παρατ. 2Α).

2) (Μεταφ.) ενισχύω, ενδυναμώνω, υποστηρίζω (βλ. συντ. παρατ. 1Αi).

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἐπιστηρίζω Act 14:22, Ἀστήρ Mat 2:2. Στηριγμός 2Pe 3:17.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Στερεῶ Act 3:16, Βεβαιῶ 2Co 1:21, Φυλάσσω 2Th 3:3, Δυναμῶ Heb 11:34, Ἐνδυναμῶ Act 9:22, Ἵστημι Heb 10:9, Ἰσχύω Mar 5:4, Ἐνισχύω Luk 22:43, Ἀνορθῶ Act 15:16, Κραταιῶ Eph 3:16, Σθενῶ 1Pe 5:10.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Σείω Mat 21:10, Ταράσσω 5:7, 1Pe 3:14, Διαταράσσομαι Luk 1:29, Πίπτω Rom 11:11, 14:4, 1Co 10:12.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. στηρίζω, Πρτ. ἐστήριζον, Μέλ. στηρίξω, Αόρ. ἐστήριξα, Πρκ. ἐστήρισα.

Μέσ. Ενεστ. στηρίζομαι, Πρτ. ἐστηριζόμην, Μελ. παθ. στηριχθήσομαι, Αόρ. παθ. ἐστηρίχθην, Πρκ. ἐστήριγμαι, Υπερσ. ἐστηρίγμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Στηρίζω

Α) Μεταβατικό

i) + αιτ.: υποστηρίζω κάποιον ή κάτι, ενισχύω κάποιον (Jac 5:8…Στηρίξατε τὰς καρδίας ὑμῶν…..).

2) Στηρίζομαι

Α) Αμετάβατο: στηρίζομαι, εδραιώνομαι (2Pe 1:12….Ἐστηριγμένους ἐν τῇ…ἀληθείᾳ).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἐστηριγμένους: αιτιατική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

2) Ἐστήρικται: γ΄ ενικό οριστικής παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

3) Ἐστήρισεν: γ΄ ενικό οριστικής αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

4) Στηρῖξαι: απαρέμφατο αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

5) Στηρίξατε: β΄ πληθυντικό προστακτικής αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

6) Στηρίξει: γ΄ ενικό οριστικής μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

7) Στήρισον: β΄ ενικό προστακτικής αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

8) Στηριχθῆναι: απαρέμφατο αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φώνης.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 3:2: «γίνου γρηγορῶν καὶ στήρισον τὰ λοιπὰ ἃ ἔμελλον ἀποθανεῖν, οὐ γὰρ εὕρηκά σου τὰ ἔργα πεπληρωμένα ἐνώπιον τοῦ θεοῦ μου.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 3:2: Luk 22:32  Act 18:23

1) Μεταφορ., ἐνισχύω, στερεώνω, «…στήρισον τοὺς ἀδελφούς σου» Luk 22:32, παραβ. 2Th 2:17,3)

2) Χάσμα μέγα «καὶ ἐν πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται…» Luk 16:26.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Establish, Support, Fix, Set, Strengthen.

Στηρίζω, f. ίξω, to make firm; to prop, support; to place firm, as the foot on the ground; to fix, establish, strengthen, Soph. Aj. 193; Eurip. Bacch. 1072; to confirm or strengthen the mind, N. T.; mid. to support one’s self, to lean or rest upon; καί ὁπότε ἐς τήν καρδίαν στηρίξαι, and when it fixed itself on the stomach, or the orifice of the stomach, Thucyd. ii, 49; 1. a. ἐστήριξα, pf. pas. ἐστήριγμαι, ξαι, κται, plupf. ἐστηρίγμην, 1. a. pas. ἐστηρίχθην. Τh. perhaps στερέος.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Fingo, Stabilio, Firmo, Confirmo, Statuo Firmiter, Fuleio, Confirmare, Firmare.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Zu Etablieren, Unterstützung, Stärkung.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Stabilire, Supporto, Rafforzare.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Mettre En Place, Appuyer Et De Renforcer.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Establecer, Apoyar, Fortalecer.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Estabelecer, Apoiar, Reforçar.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Vestigen, Ondersteuning, Versterken.