Ευρετήριο

Στέφανος



ΡΙΖΑ: <ΣΤΕΦΩ<Ι.Ε.*STEB(H)- "στηρίζω, συγκρατώ".

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Στεφάνι.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Στεφανῶ 2Ti 2:5, Στέμμα Act 14:13.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Διάδημα Apoc 12:3, Καύχησις 1Th 2:19, Δόξα, Τιμή Heb 2:7.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ὀνειδισμός Heb 10:33, Ἐμπαιγμός Heb 11:36, Ἐμπαιγμονή 2Pe 3:3, Ἐμπαίζω Mat 27:29.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό β΄ κλίσης, αρσενικού γένους: Στέφανος, -ου.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Στέφανοι: ονομαστική πληθυντικού.

2) Στέφανον: αιτιατική ενικού.

3) Στέφανος: ονομαστική ενικού.

4) Στεφάνου: γενική ενικού.

5) Στεφάνους: αιτιατική πληθυντικού.

6) Στεφάνῳ: δοτική ενικού.

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ:

Apoc 14:14: «Κα εδον, κα δο νεφλη λευκ, κα π τν νεφλην καθμενον μοιον υἱὸν νθρπου, χων π τς κεφαλς ατο στφανον χρυσον κα ν τ χειρ ατο δρπανον ξ.»

Μέρος Α΄

Χωρίς καμία αμφιβολία αυτός που κάθεται πάνω σε λευκό σύννεφο και ήταν όμοιος με τον γιο ανθρώπων με χρυσό στο κεφάλι και είχε κοφτερό δρεπάνι στο χέρι του είναι ο Ιησούς Χριστός, ο Μεσσιανικός Βασιλιάς που είχε δει και ο προφήτης Δανιήλ σε όραμα (Dan 7:13,14, Mar 14:61,62).

Όταν ήταν στη γη ο Ιησούς Χριστός παρομοίασε το έργο μαθήτευσης με το θερισμό του παγκόσμιου αγρού της ανθρωπότητας (Mat 9:37,38, Joh 4:35,36). Ο θερισμός λαμβάνει χώρα αναμφίβολα την «Ημέρα του Κυρίου» όταν ο Ιησούς Χριστός στέφεται Βασιλιάς και εκτελεί κρίση καθώς εκπροσωπεί τον Πατέρα του. Επομένως, ο καιρός της διακυβέρνησής του από το 1914 είναι και ο χαρωπός καιρός για θερισμό (παραβ. Deu 16:13-15).

Μέρος Β΄

Το βαρυσήμαντο αυτό γεγονός της εμφάνισης του Ιησού Χριστού «στεφανωμένου Βασιλιά» παραπέμπει (σύμφωνα με τους ιστοριογράφους) σε μια προϊστορική εικόνα όταν οι Άριοι (Ινδογερμανικής ή Ινδοευρωπαϊκής οικογένειας) ανέπτυξαν ένα πλήθος από διάφορους μυθολογικούς θεούς και πάνω από αυτούς υψωνόταν η κυρίαρχη έννοια του «Ουρανίου Ενός», άμορφου, ανώνυμου, πάμφωτου Θεού, ως του μόνου υπέρτατου Όντος (O. Schrader Aryan Religion στην Encyclopaedia of Religion and Ethics II (Edinburg 1930) και Arische Religion I (Leipzig 1923) σελ. 265 (συν) 299 (συν) 555 (συνέχ.).

Το Εν αυτό υπέρτατο Ον, ο Θεός Πατήρ του Παντός νοείται ως ο Πάμφωτος, το Αυτόφως – το πλήρωμα – η Πηγή και ακτινοβόλος Αιτία … του Ηθικού Φωτός ως Θεός του Ουρανού… ο καταλάμπων και ακτινοβολών ο Ζεύς-Δεύς, ο μόνος Θεός της προαρχαιοελληνικής θρησκευτικότητας, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως Asura (ο πάμφωτος, ο φωτί κατακυριεύων, ο πάμφωτος Κυρίαρχος, ο Ύψιστος Κύριος).

Το υπέρτατο αυτό Ον επονομάζεται (στη Μιθραϊκή λειτουργία) ως «ο μέγας θεός Ήλιος Μίθρας» και προσφωνείται (μεταξύ άλλων και ως Κύριος του ουρανού και της γης, θεός των θεών και περιγράφεται «… ὄψει θεοῦ νεωτέρου εὐειδῆ πυρινότριχα ἐν χιτῶνι λευκῷ καὶ χλαμύδι κοκκίνῃ.. ἔχοντα πύρινον στέφανον» [παραβ. Wilhelm Havers σελ. 708, οι λ. div (ουρανός) dis (διαμονή) deva deus (ουρανός), βλ. και 2Esd 7:12,21 (συν) όπου ο Αρταξέρξης, Ο΄ Αρθασασθα ή Αθερσασθα (Neh 7:1,11,21, 8:2, Έσδρας Β΄) χαρακτηρίζει τον Θεό του Ισραήλ τον Γχβ΄ (Γιαχβέ – Ιεχωβά) «ως Θεόν του Ουρανού» όπως χαρακτηριζόταν στον Ζωροαστρισμό ο ύψιστος θεός των Ιρανών Ahura Marda - παραβ. Apoc 14:14].

Οι ως άνω περιγραφές του Ύψιστου Θεού (με το μυστικό συμβολικό επώνυμο ΙΑΩ και κατά «μυστικοσυμβολική αντιστροφή» WAI (συντετμ. μορφή στο αρχ. Ισραήλ) φανερώνουν την αντιγραφή των προσφωνήσεων των Ελλήνων προς τον θεό του φωτός Απόλλωνα ως Ἰήιε, μια αντιστοιχία των γραμμάτων προς το τετραγράμματο Όνομα του Ιεχωβά Θεού (παραβ. Λ. Φιλιππίδη: Ιστορία της εποχής της Καινής Διαθήκης εξ απόψεως παγκοσμίου και πανθρησκειακής, Αθήνα 1958 εκ του τυπογραφείου της Αποστολ. Διακον. της Εκκλησίας της Ελλάδος σελ. 64, 140 (υποσημ.) και 683-685).

Επισημαίνεται ότι προφανώς όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί «αποδεικνύουν» ότι οι Έλληνες ονόμαζαν ΙΩ τη θεά της Σελήνης Ίσις (με το Ι να εκπροσωπεί το άρρεν (Lunus) και το Ω να εκπροσωπεί το θηλυκό δημιουργικό στοιχείο (Luna), . Αρσενόθηλυ ύψιστο Πρωτόφως (Ηρόδ. 2:41).

Οι Ιουδαίοι ονόμαζαν τον Θεό Αδανά(γ) από τη ρίζα δ΄: αδα ή ζ : αζα (αἴθω, ἄζω) λάμπειν. Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός Αδωνα(γ) σημαίνει ο λάμπων, ο ακτινοβολών, ο αιγλοβόλος. Αυτή είναι ετυμολογικά η σημασία και της λ. Κύριος με την οποία αποδίδουν οι Ο΄ το όνομα αυτό.

Στο Χριστιανισμό κυριαρχεί η συνάρτηση του Θεού και του φωτός παντού στη λατρεία, στα ιερά κείμενα αλλά και στο Σύμβολο της Πίστεως (το Πιστεύω) στο Άρθρο: «Φως εκ φωτός Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού» προσδιορίζεται η ομοούσιος σχέση των υποστάσεων του Ενός Τριαδικού Θεού με την «άναρχον γέννησιν του Υιού εκ του Πατρός» (βλ. και Λ. Φιλιππίδη: Ιστορία …. σελ. 65). Παρόμοια αναφέρονται και σχετικοί ισχυρισμοί για τα εδάφια της Αποκάλυψης 21:23-24, 22:5 (βλ. Joh 12:36, κεφ. 46, 1Pe 2:9), επίσης και στο εδάφιο 18:1 (βλ. Mat 28:3, Act 12:7). Παρόμοια στη Χριστιανική προσευχή και στην υμνολογία της Ορθοδόξου Ελληνικής Ανατολικής Εκκλησίας υπάρχει εκτεταμένη συνάρτηση της λ. Θεός με το Φως (παραβ. Λ. Φιλιππίδη: Ιστορία Λ. Φιλιππίδη: Ιστορία της εποχής της Καινής Διαθήκης εξ απόψεως παγκοσμίου και πανθρησκειακής, Αθήνα 1958 εκ του τυπογραφείου της Αποστολ. Διακον. της Εκκλησίας της Ελλάδος σελ. 65-70).

Τέλος σημειώνεται ότι από τις ως άνω απόψεις έχει εμπνευστεί και η σχετική αγιογραφία των Ιερών Ναών, όπου «οι Άγιοι οι εν Χριστώ καλώς αθλήσαντες και στεφανωθέντες» εμφανίζονται με το σχετικό φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι τους. Επίσης για τους ίδιους λόγους γίνεται και στο «Ιερό Μυστήριο του Γάμου» η ανταλλαγή στεφάνων για τον αγώνα που έκαναν οι νεόνυμφοι να διατηρήσουν την καθαρότητα και την αγνότητά τους κατά τη διάρκεια των αρραβώνων τους. Τα στέφανα με το ρύζι κάνουν τον εν λόγω γάμο επιτυχημένο και ριζωμένο.

Μέσα στο όραμα που ενέπνευσε στον αγαπημένο μαθητή του Ιησού ο Ιεχωβά Θεός, οι υπάκουοι σ’ Αυτόν άγγελοί του μπορούσαν τώρα με ικανοποίηση και ανάλογα χαρμόσυνα αισθήματα να δουν τη δικαίωση του Δημιουργού αλλά και του Γιου Του, καθώς ο «ακάνθινος στέφανος» (Mar 15:17, Joh 19:15), που τοποθέτησαν οι αντίδικοί του Ιουδαίοι στο κεφάλι Του ονειδίζοντες και περιπαίζοντες Αυτόν, έχει τώρα μετατραπεί και μετασχηματιστεί σε «χρυσούν στέφανο» στον θριαμβευτή Βασιλιά, για πλήρη δικαίωση του σκοπού του Ιεχωβά Θεού μέσω της Βασιλείας Του στον αιώνα (Psa 145:1).

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 6:2: «κα εδον, κα δο ππος λευκς, κα καθμενος π ατν χων τξον κα δθη ατ στφανος κα ξλθεν νικν κα να νικσ

Ο Ιησούς Χριστός, ο Γιος του ανθρώπου, προφήτευσε: «Όταν έρθει ο Γιος του ανθρώπου με τη δόξα του, και όλοι οι άγγελοι μαζί του, τότε θα καθίσει στον ένδοξο θρόνο του.

Και θα συγκεντρωθούν μπροστά του όλα τα έθνη, και αυτός θα χωρίσει τους ανθρώπους τον έναν από τον άλλο, όπως ο ποιμένας χωρίζει τα πρόβατα από τα κατσίκια. Και θα βάλει τα πρόβατα στα δεξιά του, τα δε κατσίκια στα αριστερά του» (Mat 25:31-33).

Αυτό αναφέρεται στον ερχομό του Χριστού ως Κριτή για να χωρίσει τους ανθρώπους «όλων των εθνών» σε δύο κατηγορίες: στα «πρόβατα», εκείνους που θα έχουν υποστηρίξει έμπρακτα στους πνευματικούς αδελφούς του (τους χρισμένους Χριστιανούς στη γη), και στα «κατσίκια», εκείνους που «δεν υπακούν στα καλά νέα σχετικά με τον Κύριό μας Ιησού» (2Th 1:7,8).

Τα πρόβατα, που περιγράφονται ως «δίκαιοι», θα λάβουν «αιώνια ζωή»στη γη, αλλά τα κατσίκια «θα απέλθουν σε αιώνια εκκοπή», δηλαδή στην καταστροφή (Mat 25:34,40,41,45,46).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 3:11: Jas 1:12

Apoc 4:4: 1Pe 5:4

Apoc 6:2: Gen 49:10 Psa 21:3  Jek 21:27  Dan 7:14  Apoc 14:14

Apoc 14:14: Psa 21:3  Apoc 6:2

1) Η λ. Στέφανον στο εδάφιο 1Co 9:25, 2Ti 4:8 μεταφέρει εικόνα και παρομοίωση από την καθημερινή ζωή των βιβλικών χρόνων. Εδώ από τη ζωή του αθλητισμού. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Στέφανος (λατιν.: Corona) (1Co 9:24). Ο στέφανος χρησιμοποιούνταν ως έμβλημα μιας ανεγνωρισμένης αξίας ή αξιώματος. Για τους αθλητές οι στέφανοι δεν ήταν αειθαλείς (2Ti 2:5). Για τους βασιλείς οι στέφανοι ήταν χρυσοί. Σχετ. εδώ η λ. Στέμμα ο ακάνθινος στέφανος ήταν προς εμπαιγμόν του Ιησού ως δήθεν αντιποιηθέντος βασιλικού αξιώματος (Mat 27:29).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Crown, circle.

Στέφανος, ου, , a circle; στέφανος πολέμοιο, the circle of the battle, Il. xiii, 736; the circuit of a wall, Pind. Olymp. viii, 42; a crown or garland, Eurip. Med. 980; a wreath; στέφανοι εἰσίν ἀρετῆς σημεῖον, φιάλαι δέ πλούτου, Demosth. 616, ult.; χλωροκόμῳ στεφάνῳ δάφνας κοσμηθεῖσαν, Eurip. Iph. Aul. 759; στεφάνους ἀνείρειν, to weave galands, Aristoph. Acharn. 1006; metaphor. ornament, honor, distinction, victory, glory, Soph. Phil. 830; στέφανον εὐκλείας μέγαν, a great crown of glory, Id. Aj. 460; also, a man’s name, Stephen; στεφάνως, Dor. for στεφάνους. Th. στέφω.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Corona, Coronae, circulum.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Krone, Kreis.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Corona, Cerchio.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Couronne, Cercle.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Corona, Círculo.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Crown, Círculo.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Kroon, Cirkel.