Ευρετήριο

Πλουτίζω





ΡΙΖΑ: <ΠΛΟΥΤΟΣ + ρημ. κατάλ. -ΙΖΩ (βλ.λ. Πλοῦτος).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Πλουτίζω, καθιστώ κάποιον πλούσιον.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Πλουτῶ Luk 1:53, Πλοῦτος Mat 13:22, Πλούσιος Mat 19:23, Πλουσίως 1Ti 6:17.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Πλεονεκτέω 2Co 2:11, Κερδαίνω Act 27:21, Κτῶμαι Luk 18:12, Χρῆμα Mar 10:23, 24.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Πτωχεύω 2Co 8:9, Πτωχεία 2Co 8:2, Πτωχός Mat 5:3, 19:21, Πένης 2Co 9:9.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. πλουτίζω, Πρτ. ἐπλούτιζον, Μέλ. πλουτιῶ, Αόρ. ἐπλούτισα, Πρκ. πεπλούτικα.

Μέσ. Ενεστ. πλουτίζομαι, Πρτ. ἐπλουτιζόμην, Μελ. παθ. πλουτισθήσομαι, Αόρ. παθ. ἐπλουτίσθην, Πρκ. πεπλούτισμαι.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Πλουτίζω

Α) Μεταβατικό

i) + αιτ.: πλουτίζω κάποιον, καθιστώ κάποιον πλούσιο (2Co 6:10…Ὡς πτωχοί πολλούς δὲ πλουτίζοντες).

2) Πλουτίζομαι

Α) Αμετάβατο: γίνομαι πλούσιος, πλουτίζω (1Co 1:5…Ἐν παντί ἐμπουτισθῆτε ἐν αὐτῷ).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἐπλουτίσθητε: β΄ πληθυντικό οριστικής αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

2) Πλουτιζόμενοι: ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

3) Πλουτίζοντες: ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 18:1-5: «Μετ τατα εδον λλον γγελον καταβανοντα κ το ορανο χοντα ξουσαν μεγλην, κα γ φωτσθη κ τς δξης ατο. κα κραξεν ν σχυρ φων λγων· πεσεν πεσεν Βαβυλν μεγλη, κα γνετο κατοικητριον δαιμονων κα φυλακ παντς πνεματος καθρτου κα φυλακ παντς ρνου καθρτου [κα φυλακ παντς θηρου καθρτου] κα μεμισημνου, τι κ το ονου το θυμο τς πορνεας ατς ππωκαν πντα τ θνη κα ο βασιλες τς γς μετ ατς πρνευσαν κα ο μποροι τς γς κ τς δυνμεως το στρνους ατς πλοτησαν. Κα κουσα λλην φωνν κ το ορανο λγουσαν· ξλθατε λας μου ξ ατς να μ συγκοινωνσητε τας μαρταις ατς, κα κ τν πληγν ατς να μ λβητε, τι κολλθησαν ατς α μαρται χρι το ορανο κα μνημνευσεν θες τ δικματα ατς.»

Στα πλαίσια της ενθρόνισής του στην Ουράνια Βασιλεία το 1914, ο Ιησούς Χριστός έστρεψε την προσοχή του στις πνευματικές ανάγκες του πιστού λαού του Θεού πάνω στη γη (Mat 24:45-47). Όπως είχε γίνει και με την απελευθέρωση του υπόλοιπου των Ιουδαίων το 537 π.Χ. από τη Βαβυλώνα μόλις κατακτήθηκε από τον Κύρο, έτσι και ο Ιησούς απελευθέρωσε ένα υπόλοιπο πνευματικών Ιουδαίων (εκείνων που ακολουθούσαν πιστά τα ίχνη του) από την επιρροή της σύγχρονης Βαβυλώνας της Μεγάλης, της παγκόσμιας αυτοκρατορίας της ψεύτικης θρησκείας. Με την απελευθέρωση αυτή αποκαταστάθηκε η αγνή λατρεία που αρμόζει στη ζωή των γνήσιων αφιερωμένων βαπτισμένων Χριστιανών (παραβ. Mat 3:1-5, Rom 2:29).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 18:19: Jek 27:33

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: To Become Rich, Enrich.

Πλουτέω, , f. ήσω, pf. πεπλούτηκα, Plat. Lys. 218, C; to become rich, to be rich, to abound in, Æschyl. Ag. 572; 1. a. ἐπλούτηκα.

Πλουτίζω, f. ίσω, to enrich, make rich; pas. to be enriched; 1. a. ἐπλούτισα, 1. a. pas. ἐπλουτίσθην· Ἅιδης... πλουτίζεται, Hades in enriched, Soph. Œd. T. 30. Fr. πλοῦτος.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Locupletare, Locupletari, Divitem Fieri, opitulari.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Um Reich Zu Werden, Bereichern.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Per Diventare Ricchi, Arricchisci.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Pour Devenir Riche, Enrichir.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Para Llegar A Ser Rico, Enriquecer.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Para Tornar-Se Rico, Enriqueça.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Om Rijk Te Worden, Verrijk.