Ευρετήριο

Πλούσιος



ΡΙΖΑ: <ΠΛΟΥΤ-ΙΟΣ, με συριστικοποίηση του -Τ- μεταξύ φωνηέντων) <ΠΛΟΥΤΟΣ (βλ.λ.).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Πλούσιος, εύπορος, αυτός που διαθέτει κάτι σε αφθονία.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Πλοῦτος Mat 13:22, Πλουτῶ Luk 1:53, Πλουσίιως Col 3:16, Πλουτίζω 2Co 6:10.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Χρῆμα Mar 10:23, Εὐπορία Act 19:25.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Πένης 2Co 9:9, Πτωχός Mat 11:5, 2Co 6:10, Πτωχεία 2Co 8:2, 9.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό β΄ κλίσης, αρσενικού γένους: Πλούσιος, -ου.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Πλούσιοι: ονομαστική πληθυντικού.

2) Πλουσίοις: δοτική πληθυντικού.

3) Πλούσιον: αιτιατική ενικού.

4) Πλούσιος: ονομαστική ενικού.

5) Πλουσίου: γενική ενικού.

6) Πλουσίους: αιτιατική πληθυντικού.

ΛΕΞΙΚΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ:

Apoc 3:17-18: «τι λγεις τι πλοσις εμι κα πεπλοτηκα κα οδν χρεαν χω, κα οκ οδας τι σ ε ταλαπωρος κα λεεινς κα πτωχς κα τυφλς κα γυμνς, συμβουλεω σοι γορσαι παρ μο χρυσον πεπυρωμνον κ πυρς να πλουτσς, κα μτια λευκ να περιβλ κα μ φανερωθ ασχνη τς γυμντητς σου, κα κολλ[ο]ριον γχρσαι τος φθαλμος σου να βλπς.»

Στη Λαοδίκεια υπήρχαν πολυάριθμοι Ιουδαίοι. Ήταν μια αξιόλογη εμπορική πόλη, γνωστή από την εξαγωγή υφασμάτων. Ήταν επίσης έδρα διδασκαλείου ιατρών.

Λόγω του πλούτου και του τρόπου ζωής τους, με τα θέατρα, τα στάδια και τα γυμναστήρια της πλούσιας πόλης τους, οι Λαοδικείς «ήταν άτομα που αγαπούσαν τις απολαύσεις μάλλον παρά τον Θεό» (2Ti 3:4).

Οι πλούσιοι, λοιπόν, Λαοδικείς ήταν φτωχοί από πνευματική άποψη χωρίς θησαυρούς συσσωρευμένους στον ουρανό (Mat 6:19-21). Δεν είχαν κρατήσει το μάτι τους απλό με το να βάλουν πρώτα στη ζωή τους τη Βασιλεία του Θεού. Βρίσκονται, λοιπόν, πραγματικά στο σκοτάδι, είναι τυφλοί χωρία καμία πνευματική όραση (Mat 6:22,23,33).

Έτσι σαν θύματα του υλισμού, στα μάτια του Ιησού Χριστού ήταν γυμνοί (Apoc 16:15).

Παρόμοια και σήμερα υπάρχει διάχυτη η αυτοπεποίθηση-παγίδα, η οποία πηγάζει από την εμπιστοσύνη στους ανθρώπινους πόρους και στα υλικά αποκτήματα.

Μερικοί «πιστοί Χριστιανοί» σαν τους εκκλησιαζόμενους του Χριστιανικού κόσμου παραμελούν τις Χριστιανικές πνευματικές συναθροίσεις με το να είναι απλά εικονικοί «εκτελεστές του Λόγου» (Jac 1:22). Παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις έχουν προσηλώσει τη διάνοια και την καρδιά τους στα σύγχρονα μέσα διαβίωσης (αυτοκίνητα, σπίτια, ρούχα, απολαύσεις κάθε είδους) και οδηγούνται σε μια πνευματική εξασθένιση (Heb 5:11,12). Τελικά έχοντες μια χαλαρή συνείδηση, διατηρούν και διακρίνονται για μια πνευματική χαλαρότητα και γι’ αυτό χαρακτηρίζονται ως ένα είδος ανθρώπου ταλαίπωρου, αξιολύπητου, φτωχού, τυφλού και γυμνού (Apoc 3:17). Όμως παρά τη θλιβερή αυτή κατάσταση υπάρχει θεραπεία σύμφωνα με τη συμβουλή του Ιησού στο παρόν εδάφιο (3:18).

Το αληθινό Χριστιανικό «χρυσάφι» καθαρισμένο από φωτιά και χωρίς ακαθαρσίες πλέον, γίνεται «πλούσιο ως προς τον Θεό» (Luk 12:21). Οι αληθινοί Χριστιανοί δαπανούν τον εαυτό τους και εργάζονται για ό,τι είναι αγαθό, γίνονται πλέον πλούσιοι σε καλά έργα, θησαυρίζοντας τον εαυτό τους με ασφάλεια, ένα καλό θεμέλιο για το μέλλον, κρατώντας γερά την πραγματική ζωή (1Ti 6:17-19, βλ. και Pro 3:13-18).

Τέλος οι Λαοδικείς (όπως και όλοι οι σημερινοί άνθρωποι) πρέπει ν’ αναζητήσουν θεραπεία για την πνευματική τελείωσή τους, αγοράζοντας από τον Ιησού ένα είδος «πνευματικού κολλυρίου»: αυτό παρέχει πνευματική διάκριση και έτσι μπορούν να βαδίζουν το «δρόμο των δικαίων», προσηλώνοντας το βλέμμα τους στην εκτέλεση του θελήματος του Θεού (Pro 4:18, 25-27).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 2:9: 2Co 6:10  1Ti 6:18  Jas 2:5

Apoc 3:17: Ho 12:8  1Co 4:8

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Rich, Rich Man.

Πλούσιος, ία, ιον, rich, opulent; rich in any thing; πλούσιος κακῶν, Eurip. Orest. 388; πλουσία πόλις, an opulent city; compar. πλουσιώτερος, έρα, ερον. Fr. πλοῦτος.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Dives, Divitis Autem.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Reich.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Ricco.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Riche.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Rico.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Rico.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Rijk.