Ευρετήριο

Πλήν



ΡΙΖΑ: ΙΝΔ/Ε: PELA, PLA, ΠΛΑ, ΠΛΑΝ, ΠΛΗΝ.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) (Πρόθ.) πλησίον, κοντά σε.

2) Πλην, εκτός.

3) (Ως προθ. μετά γεν.) εκτός, προς τούτοις, εάν μην, εκτός εάν.

4) Με εξαίρεση.

5) Το σημείο της αφαίρεσης.

6) (Μεταφ.) το μειονέκτημα.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἐκτός 1Co 14:5, Παρεκτός 2Co 11:28.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Σύν Rom 8:32, Col 2:13,20, 3:3,4.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Μονοσύλλαβη καταχρηστική πρόθεση.

1) Η λ. Πλὴν χρησιμοποιείται σπάνια στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Except, Notwithstanding, Rather, Unless.

Πλήν, adv., probably, over and above, besides; except, unless; but, but only, yet, however; with gen. moreover, only, especially; οὐδέν ἄλλο πλήν, nothing else but; πλήν τό μή νοσεῖν ἔμε, Soph. Phil. 299; πλήν ὅσον, except that; πλήν τῶν ἀποστόλων, except the Apostles, Acts viii, 1; it is commonly construed with the gen. Th. perhaps πλέω, πλήθω.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Nisi Tamen, Imo Nisi, Praeter.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Außer Ungeachtet, Vielmehr, Es Sei Denn.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Tranne, Salvo, Piuttosto, A Meno Che.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Sauf Nonobstant, Plutôt, A Moins Que.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Excepto, No Obstante, Más Bien, A Menos Que.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Exceto, Não Obstante, Ao Contrário, A Não Ser Que.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Behalve Afwijking, Integendeel, Tenzij.