Ευρετήριο

Πλέω



ΡΙΖΑ: <*ΠΛΕΓ-Ω<Ι.Ε. *PLEV- "ΠΛΕΩ, ΚΟΛΥΜΠΩ" πβ. σανσκρ. PLAVATE "ΠΛΕΩ" λατ. PLUIT "βρέχει".

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Πλέω, ταξιδεύω, ναυσιπλοώ, ταξιδεύω με πλοίο.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Πλέω Luk 8:23, Ἀποπλέω Act 13:4, Ἐκπλέω Act 15:39, Παραπλέω Act 20:16, Διαπλέω Act 27:5, Ὑποπλέω Act 27:4, Πλοιάριον Mat 3:9, Πλοῖον Mat 4:21, Πλοῦς Act 21:7, Βραδυπλοέω Act 27:7, Καταπλέω Luk 8:26.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Βραδυπλοῶ Act 27:7, Ἀνάγω Act 18:21, Κολυμβῶ Act 27:43.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ὁδοιπορῶ Act 10:9, Ὁδοιπορία Joh 4:6, 2 Co 11:26.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας συνηρημένο σε -έω.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. πλέω, Πρτ. ἔπλεον, Μέλ. πλεύσομαι, Αόρ. ἔπλευσα, Πρκ. πέπλευκα, Υπερσ. ἐπεπλεύκειν.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Πλέω

Α) Αμετάβατο: πλέω (Luk 8:23…Πλεόντων δὲ αὐτῶν ἀφύπνωσε..).

Β) Μεταβατικό:

i) + εις + αιτ.: πλέω προς…(Act 21:3…Ἐπλέομεν εἰς Συρίαν…).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἐπλέομεν: α΄ πληθυντικό οριστικής παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

2) Πλεῖν: απαρέμφατο ενεστώτα Ενεργητικής Φώνης.

3) Πλέοντας: αιτιατική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

4) Πλεόντων: γενική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

5) Πλέων: ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Sail, float, navigate.

Πλέω, f. πλεύσομαι and –οῦμαι, pf. πέπλευκα, Eurip. Hel. 404; Soph. Phil. 72, 402; to sail; to navigate; to swim; metaphor. to fluctuate, be in uncertainly or doubt; ἔπλων, Poet. aor.; 1. a. ἔπλευσα, pf. pas. πέπλευσμαι· πλέω, not contracted, πλεῖς, πλεῖ· πλέουσι, not contracted. In this verb εο and εω are never contracted. The Ionic form is πλώω.

Πλέω, obsol., whence πλήθω. See πίμπλημι.

Πλέω, by syncope and crasis for πλέονα, οα, nom. or acc. pl. n. compar. of πολύς, n. g. πλέον.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Pluo, Pluvia, Pluvius, Navigo, Nato, Navigare.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: segeln, fahren, auslaufen, führen, schippern, steuern, gleiten, ziehen, abgehen.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: navigare, salpare, veleggiare, guidare.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: voguer, prendre la mer, manœuvrer, piloter.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: navegar, salir, gobernar, volar, marchar, ir en barco, planear, botar, cernerse.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: velejar, partir, singrar.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Zeil, vlotter, navigeren.