Ευρετήριο

Πλατεῖα



ΡΙΖΑ: Ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου Πλατύς (βλ.λ.).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Πλατύς δρόμος, ευρύγωρη οδός.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Πλατύς Mat 7:13, Πλᾶτος Eph 3:18.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ὁδός Mat 2:12, Ἀμφοδόν Mar 11:4, Ἀγορά Mat 11:16, Ρύμη Mat 6:2, Πόλις Mat 8:33, 34, Χωρίον Act 4:34.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἔρημος Mat 4:1, 14:13, 15, Mar 6:31.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό α΄ κλίσης, θηλυκού γένους: Πλατεῖα, -ας.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Πλατείαις: δοτική πληθυντικού.

2) Πλατείας: γενική ενικού, αιτιατική πληθυντικού.

3) Πλατειῶν: γενική πληθυντικού.

4) Πλατεῖα: ονομαστική ενικού.

ΕΞΕΙΚΟΝΙΣΤΙΚΗ ΛΕΚΤΙΚΗ ΦΡΑΣΕΟΛΟΓΙΑ:

Πλατεία (πόλεως) (Apoc 11:8)

Ο Ιωάννης μάς παρέχει ορισμένες ενδείξεις. Λέει ότι ο Ιησούς κρεμάστηκε στο ξύλο σε αυτή την πόλη. Έτσι λοιπόν, σκεφτόμαστε αμέσως την Ιερουσαλήμ. Αλλά λέει επίσης ότι η μεγάλη πόλη αποκαλείται Σόδομα και Αίγυπτος. Η κατά γράμμα Ιερουσαλήμ κάποτε αποκλήθηκε Σόδομα εξαιτίας των ακάθαρτων πράξεών της. (Hsa 1:8-10· παράβαλε Jek 16:49, 53-58.) Η Αίγυπτος δε, η πρώτη παγκόσμια δύναμη, εμφανίζεται μερικές φορές ως εξεικόνιση αυτού του παγκόσμιου συστήματος πραγμάτων. (Hsa 19:1, 19· Joe 3:19).

Επομένως, αυτή η μεγάλη πόλη εξεικονίζει μια μολυσμένη «Ιερουσαλήμ» η οποία ισχυρίζεται ότι λατρεύει τον Θεό αλλά έχει γίνει ακάθαρτη και αμαρτωλή, σαν τα Σόδομα, και αποτελεί μέρος αυτού του σατανικού παγκόσμιου συστήματος πραγμάτων, σαν την Αίγυπτο. Εξεικονίζει το Χριστιανικό κόσμο, το σύγχρονο αντίστοιχο της άπιστης Ιερουσαλήμ, την οργάνωση της οποίας τα μέλη είχαν πάμπολλους λόγους να χαρούν όταν κατασιώπησαν το ενοχλητικό κήρυγμα των δύο μαρτύρων.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 11:8: Hsa 1:10  Luk 13:33  Heb 13:12

Apoc 21:21: Est 1:6  Job 28:18  Mat 13:46

Apoc 22:2: Apoc 2:7  Jek 47:12  Jek 47:12

1) Η λ. Πλατείαις στο εδάφιο Mat 12:19 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 42:1- 4, 9).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Square, Plaza, Piazza, Place, Street.

Πλατεῖα, ας, , (ὁδός understood), a broad way, a street. Fr. the same.

Πλατύς, πλατεῖα, πλατύ, broad, large, spacious; numerous, as being wide spread; τόσσ’ αἰπόλια πλατέ’ αἰγῶν, Il. xi, 678; bulky; οὐ γάρ οἱ πλατεῖς οὐδ’ εὐρύνωτοι φώτες ἀσφαλέστατοι, Soph. A. 1229; when applied to water it means salt water, as in Herodt., πλατυτέροισι ἐχρέοντο τοῖσι πόμασι, ii, 108, and in Aristotle; some also explain Homer’s πλατύν Ἑλλήσποντον in the same manner, not as being salt, but the broad Hellespont (i. e. considered as a river). An English critic observes, “We suppose nobody can really believe that Homer used the word in the sense of salt, although the grammarians have invented this fiction to save the poet’s credit for accuracy.” Cambr. Mus. Crit. vol. i, p. 255. Ernestsi observes, that the Hellespont may be called broad or narrow, according to the objects with which it is compared by the poets. Homer speaks of it as a river, and therefore calls it broad; ἐπί πλατεῖ Ἑλλησπόντῳ, Il. vii, 86; Ἕλλας τ’ ἀμφί πόρον πλατύν, Æschyl. Pers. 854; πλατύς κατάγελως, loud peals of laughter, or, perhaps, a broad grin, Aristoph. Acharn. 1091.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Platea, quadratura, quadratum, quadra, quadrum.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Platz, Quadrat, Feld, Viereck, Kästchen, Winkel, Karree, Hof, Karo, Winkelmaß.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: piazza, quadro, squadra, scacco.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: place, square, case, équerre, carreau.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: cuadrado, plaza, cuadro, casilla, escuadra, manzana, pañuelo, pastilla.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: praça, largo, divisão do tabuleiro.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Plein, Plaats, Straat.