Ευρετήριο

Πλανάω, -ῶ




ΡΙΖΑ: Αβεβαίου ετύμου.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Παραπλανώ, ξεγελώ κάποιον.

2) Κάνω κάποιον να περιπλανηθεί, να ξεστρατίσει.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἀποπλανῶ Mar 13:22, Πλάνη Mat 27:64, Πλᾶνος Mat 27:63, Πλανήτης Jud 13.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἀπατῶ Eph 5:6, Ἀπάτη Mat 13:22, Ἐξαπατῶ 1Ti 2:14, Φρεναπατῶ Jac 1:26, Φρεναπάτης Tit 1:10, Δολιῶ Rom 3:13, Δολῶ 2Co 4:2, Δόλος Mat 7:22, Δόλιος 2Co 11:13, Παράγω Mat 9:9, Παραλογίζομαι Col 2:4.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀγαθός Gal 6:6, 10, Ἀγνός Jac 3:17, Εἰλικρινής 2Pe 3:1, Εἰλικρίνεια 2Co 1:12, 2:17.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, συνηρημένο σε -άω.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. πλανῶ, Πρτ. ἐπλάνων, Μέλ. πλανήσω, Αόρ. ἐπλάνησα, Πρκ. πεπλάνηκα.

Μέσ. Ενεστ. πλανῶμαι, Πρτ. ἐπλανώμην, Μελ. παθ. πλανηθήσομαι, Αόρ. παθ. ἐπλανήθην, Πρκ. πεπλανῶμαι.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Πλανῶ

Α) Μεταβατικό

i) + αιτ.: πλανώ / παραπλανώ / παροδηγώ κάποιον (Mat 24:4…Μὴ τὶς ὑμᾶς πλανήσῃ)

2) Πλανῶμαι:

Α) Αμετάβατο: πλανώμαι, παραπλανώμαι, παροδηγούμαι (1Co 6:9…Μὴ πλανᾶσθε…).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἐπλανήθηκαν: γ΄ πληθυντικό οριστικής αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

2) Πεπλανημένοις: δοτική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

3) Πεπλάνησθε: β΄ πληθυντικό οριστικής παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

4) Πλανᾶ: γ΄ ενικό οριστικής ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

5) Πλανᾶν: απρέμφατο ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

6) Πλανᾶσθε: β΄ πληθυντικό προστακτικής ή οριστικής ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

7) Πλανάτω: γ΄ ενικό προστακτικής ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

8) Πλανήθῃ: γ΄ ενικό υποτακτικής αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

9) Πλανηθῆναι: απαρέμφατο αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

10) Πλανήθητε: β΄ πληθυντικό υποτακτικής αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

11) Πλανῆσαι: απαρέμφατο αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

12) Πλανήση: γ΄ ενικό οριστικής αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

13) Πλανήσουσιν: γ΄ πληθυντικό οριστικής μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

14) Πλανῶμεν: α΄ πληθυντικό οριστικής ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

15) Πλανώμενοι: ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

16) Πλανωμένοις: δοτική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

17) Πλανώμενον: αιτιατική ενικού μετοχής ουδετέρου γένους του ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

18) Πλανῶν: ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

19) Πλανῶνται: γ΄ πληθυντικό οριστικής ή υποτακτικής ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

20) Πλανῶντες: ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

21) Πλανώντων: γενική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 20:3: «κα βαλεν ατν ες τν βυσσον κα κλεισεν κα σφργισεν πνω ατο, να μ πλανσ τι τ θνη χρι τελεσθ τ χλια τη. μετ τατα δε λυθναι ατν μικρν χρνον.»

Όπως περιγράφεται στο εδάφιο Apoc 21:5 (βλ.λ.), καθώς καταστρέφεται το παλαιό ασεβές πονηρό σύστημα πραγμάτων, τίθεται εκτός δράσης και ο Σατανάς ή Διάβολος μαζί με τους δαίμονές του. Έτσι απελευθερώνεται για πρώτη φορά η ανθρωπότητα από τη σατανική επιρροή που ήταν γεμάτη από μίσος και αρνητική επιρροή. Ολόκληρη η ανθρωπότητα πλέον «αναπνέει» ελεύθερα και ένα τεράστιο αίσθημα ανακούφισης κυριαρχεί τελικά σ’ εκείνους τους πιστούς δούλους του Θεού που απελευθερώνονται, έτοιμοι να ζήσουν αιώνια σε μια παραδεισένια γη: «κα κουσα φωνς μεγλης κ το θρνου λεγοσης· δο σκην το θεο μετ τν νθρπων, κα σκηνσει μετ ατν, κα ατο λαο ατο σονται, κα ατς θες μετ ατν σται [ατν θες], κα ξαλεψει πν δκρυον κ τν φθαλμν ατν, κα θνατος οκ σται τι οτε πνθος οτε κραυγ οτε πνος οκ σται τι, [τι] τ πρτα πλθαν.» (Apoc 21:3-4).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 2:20: 1Ki 16:31  2Ki 9:22  1Ti 2:12  Eph 6:6  Act 15:29  1Co 5:11  Gal 5:19  Eph 5:5  Apoc 2:14

Apoc 12:9: Apoc 12:3  Apoc 20:2  Ge 3:1  3Co 11:3  Apoc 12:14  Mat 4:1  Joh 8:44  Heb 2:14  Jas 4:7  1Pe 5:8  1Ch 21:1  Job 1:6  Zec 3:2  Mat 4:10  Joh 13:27  Rom 16:20  2Th 2:9  2Co 4:4  2Co 11:14  Eph 2:2  1Jo 5:19  Luk 10:18  Apoc 12:13

Apoc 13:14: Exo 20:4  Apoc 19:20  Apoc 20:4  Apoc 13:3

Apoc 19:20: Apoc 13:1  Apoc 16:14  Apoc 17:12  Jek 38:16  Apoc 16:16  Psa 2:2

Apoc 20:3: Apoc 9:11  Apoc 20:7

Apoc 20:10: Heb 12:23  Apoc 4:2  2 Pe 3:7

1) Η λ. Πλανᾶσθε στο εδάφιο 1Co 15:33 περιλαμβάνεται σε μια φράση με "ύφος όχι ρητορικό" αλλά με διαλεκτική απλότητα με σύντομη αναφορά σε ρητό ή παροιμία.

2) Η λ. Πλανῶμαι στο εδάφιο 1Pe 2:25 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 53:12).

3) Η λ. Πλανῶντες στο εδάφιο 2Ti 3:13 περιλαμβάνεται σε μια φράση με «ύφος όχι ρητορικό» αλλά «με διαλεκτική απλότητα» με σύντομη αναφορά σ’ ένα ρητό ή παροιμία. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Deceive, Err, Lead, Seduce, Wander, Mislead, outsmart someone, Make someone wander astray

Πλανάω, , f. ήσω, 1. a. ἐπλάνησα, to cause to wander, cause to err; to mislead, deceive, seduce; ἤ γνώμῃ πλανῶ, or can I mislead in my judgment? Soph. Œd. C. 317; mid. to wander, roam about, go astray; to wander in mind, Æschyl. Prom. 471; to be misled, deceived; pas. to be circulated about, Soph. Œd. C. 305; pf. pas. πεπλάνημαι, part. pf. πεπλανημένος, 1. a. pas. ἐπλανήθην, ης, η. From

Πλανέω, πλανέομαι, Ion. for πλανάω, πλανάομαι.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Erro, Decipio, Vagor, Inerrorem, Indico, A Recto Itenere Abduco, Seducere, In Errorem Mittere, In Errorem Inducere.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Irrezuführen, Jemanden Zu Überlisten, Machen Sie Jemanden In Die Irre Zu Wandern, Täuschen, Err, Verführen, Karl Wander.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Trarre In Inganno, Astuzia Qualcuno, Rendere Qualcuno Si Allontanano, Ingannare, Err Il, Sedurre, Vagare.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Induire En Erreur, Déjouer Quelqu'un, Quelqu'un Faire S'égarent, Tromper, Err, Séduire, Errent.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Engañar, Burlar A Alguien, ¡Haga Que Alguien Vagan Extraviados, Engañar, Err, Seducir, Vagan.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Enganar, Enganar Alguém, Fazer Alguém Passear Extraviar, Enganar, Erro, Seduzir.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Misleiden, Te Slim Af Iemand, Maak Iemand Dwalen Dwaalspoor, Bedriegen, Err, Lood, Verleiden, Wandelt.