Ευρετήριο

Πικραίνω



ΡΙΖΑ: <ΠΙΚΡΟΣ (βλ.λ.).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Καθιστώ κάτι πικρό, (βλ. συντ. παρατ. 1Αi, 2Α).

2) (Στη Μ.Φ. έχει και μεταφορική χρήση) φέρομαι σκληρά εξοργίζομαι (βλ. συντ.παρατ. 2Βi).

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Πικρός Jac 3:11, 14, Πικρῶς Mat 26:75, Luk 22:62, Πικρία Rom 3:14.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἐνοχλῶ Heb 12:15, Παροξύνομαι Act 17:16, Χολή Act 8:23, Φάρμακον Apoc 9:21, Φάρμακος Apoc 21:8, 22:15.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Γλυκύς Jac 3:11, 12, Apoc 10:9, 10, Ἡδέως Mar 6:20.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. πικραίνω, Πρτ. ἐπίκραινον, Μέλ. πικράνω, Αόρ. ἐπίκρανα.

Μέσ. Ενεστ. πικραίνομαι, Πρτ. ἐπικραινόμην, Μελ. παθ. πικρανθήσομαι,. παθ. ἐπικράνθην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Πικραίνω

Α) Μεταβατικό

i) + αιτ.: πικραίνω κάτι ή κάποιον (Apoc 10:9…Καὶ πικράνει σου τὴν κοιλίαν…)..

2) Πικραίνομαι

Α) Αμετάβατο: πικραίνομαι, γίνομαι πικρός (Apoc 8:11…Ἀπέθανον ἐκ τῶν ὑδάτων, ὅτι ἐπικράνθησαν..).

Β) Μεταβατικό

i) + προς + αιτ.: πικραίνομαι με κάποιον (Col 3:19…Οἱ ἄνδρες ἀγαπᾶτε τὰς γυναῖκας καὶ μὴ πικραίνεσθε πρός αὐτάς)..

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἐπικράνθη γ΄ ενικό οριστικής αορίστου Μεσοπαθητικής Φωνής.

2) Ἐπικράνθησαν: γ΄ πληθυντικό οριστικής αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

3) Πικραίνεσθε: β΄ πληθυντικό προστακτικής ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

4) Πικράνει: γ΄ ενικό οριστικής μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 8:11: «καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ἀστέρος λέγεται ὁ Ἄψινθος, καὶ ἐγένετο τὸ τρίτον τῶν ὑδάτων εἰς ἄψινθον καὶ πολλοὶ τῶν ἀνθρώπων ἀπέθανον ἐκ τῶν ὑδάτων ὅτι ἐπικράνθησαν.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 8:11: Pro 25:26  Am 5:7  Am 6:12

{/slider

{slider=Ειδικά Χαρακτηριστικά του Λόγου}

1) Πικραίνω, «(πικρὸς) ὡς καὶ νῦν, καθιστῶ τι πικρόν, πικραίνω τὴν κοιλίαν, κάμνω αὐτὴν πικράν», Apoc 10:9.

2) Μεταφορ., ερεθίζω, παραπικραίνω, λυπώ, εξοργίζω, Ο΄ Job 27:2· «πικραίνω ἐπί τινι» Ο΄ Exo 16:20.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: To Make Bitter.

Πικραίνομαι, to be bitter or sour, to be embittered, to be exasperated; 1. a. pas. ἐπικράνθην, of

Πικραίνω, f. ανῶ, to make bitter or sour, to embitter, to exasperate; 1. a. ἐπίκρανα, inf. πικράναι. Τh. πικρός.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Amarum, Reddo, Exacerbo, Aliquem, Facere Amaricari.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Bitter Zu Machen.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Per Rendere Amaro.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Faire Amer.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: A Amargar.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Fazer Amargo.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Te Bitter Maken.