Ευρετήριο

Πέτρα



ΡΙΖΑ: Αγνώστου ετύμου.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Βράχος, πέτρα.

2) (Μεταφ.) ο Ιησούς Χριστός ως ο θεμέλιος λίθος της Χριστιανικής εκκλησίας.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Πετρώδης Mat 13:5.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Σπίλας Jud 12, Λίθος Mat 27:60, Λίθινος Joh 2:6 (Κεφαλή) Γωνία Mat 21:42, Οἰκοδομῶ Mat 7:24, 16:18, Θεμελιῶ Mat 7:25.



ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό α΄ κλίσης, θηλυκού γένους: Πέτρα, -ας.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Πέτρα: ονομαστική ενικού.

2) Πέτρᾳ: δοτική ενικού.

3) Πέτραι: ονομαστική πληθυντικού.

4) Πέτραις: δοτική πληθυντικού.

5) Πέτραν: αιτιατική ενικού.

6) Πέτρας: γενική ενικού.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 6:15: «Καὶ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς καὶ οἱ μεγιστᾶνες καὶ οἱ χιλίαρχοι καὶ οἱ πλούσιοι καὶ οἱ ἰσχυροὶ καὶ πᾶς δοῦλος καὶ ἐλεύθερος ἔκρυψαν ἑαυτοὺς εἰς τὰ σπήλαια καὶ εἰς τὰς πέτρας τῶν ὀρέων»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 6:15: Hsa 2:10  Hsa 2:19  Jek 33:27

(παραβ. Ο΄ Hsa 28:16).

2) Η λ. Πέτρα στο εδάφιο 1Pe 2:8 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Hsa 8:14).

1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Petre.

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: Rock, Stone.

Πέτρα, ας, Ion. πέτρη, ης, ἡ, a rock or cliff of immense size, or lofty, Il. xiii, 137; Æschyl. Prom. 4, 31; the βῆμα, or tribunal in the Pnyx, Aristoph. Eq. 926; Id. Eccl. 87; also the Pnyx itself, Id. Eq. 754; fig. a man of firmness and energy, Matth. xvi, 18. Th. πέτρος.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Petra, Lapis.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Stein.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Pietra.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Pierre.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Piedra.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Pedra.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Steen.