Ευρετήριο

Πέτομαι



ΡΙΖΑ: <Ι.Ε. *PET-/PETO- "πετώ, πέφτω", πβ. σανσκρ. PATATI, λατ. PETO "κατευθύνομαι προς συγκεκριμένο τόπο".

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Πετώ.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Πετεινόν Mat 6:26, Πέτομαι Rom 4:7.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἅλλομαι Joh 4:14, Ὁρμῶ Mat 8:32, Ὑψῶ Mat 11:23.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ὁδοιπορῶ Act 10:9, Ὁδοιπορία Joh 4:6, Διοδεύω Act 17:1.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Μέσ. Ενεστ. πέτομαι, Πρτ. ἐπετόμην, Μέλ. μέσ. πετήσομαι, Αόρ. μέσ. ἐπτόμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Πέτομαι

Α) Αμετάβατο: πετώ (Apoc 4:7…Ζῶον ὅμοιον ἀετῷ πετομένῳ…).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Πέτῃται:  γ΄ ενικό υποτακτικής ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

2) Πετομένοις: δοτική πληθυντικό μετοχής ουδετέρου γένους του ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

3) Πετόμενον: αιτιατική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

4) Πετομένου: γενική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

5) Πετομένῳ: δοτική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 4:7: «κα τ ζον τ πρτον μοιον λοντι κα τ δετερον ζον μοιον μσχ κα τ τρτον ζον χων τ πρσωπον ς νθρπου κα τ τταρτον ζον μοιον ετ πετομν

Το εδάφιο αυτό αναφέρει τη θέση του Ιεχωβά Θεού ως Δημιουργού του Σύμπαντος με το εγγενές δικαίωμα ως Αυτός που προϋπήρχε – υπάρχει – και θα υπάρχει στην Αιωνιότητα. Με το αποκλειστικό αυτό δικαίωμα ασκεί καθοριστικά «την αποκλειστική κυρίαρχη δύναμή του σε ολόκληρο το σύμπαν (βλ. και εδάφιο 11, παραβ. Rom 1:20).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 4:7: 2Sa 17:10  Pro 28:1  Hsa 31:4  1Ki 7:25  Apoc 6:3  Apoc 6:5  Apoc 6:7

Apoc 8:13: Job 39:29  Deu 4:11  Apoc 14:6  Apoc 19:17  Apoc 9:12  Apoc 11:14  Apoc 8:2

Apoc 12:14: Exo 19:4  Hsa 40:31  Psa 55:7  Mat 4:4  Luk 12:42  Apoc 11:3  Apoc 12:6  Ge 3:1  2Co 11:3

Apoc 14:6: Deu 4:11  Apoc 8:13  Apoc 19:17  Mar 13:10  Act 1:8  Col 1:23

Apoc 19:17: 1 Sa 17:46  Jek 39:4  Jek 39:17

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: To Fly.

Πέτομαι, the form generally used, -αμαι, and πετάομαι, to expand the wings for flight, to fly as a bird, Il. iii, 5; to fly with speed, as horses, Id. x, 514; to proceed or advance, Soph. Œd. t. 17; to hover over, to flutter, Id. 487; νῦν γάρ πέτει τε, for now you fly off, i. e. you are flighty, Eurip. Bacch. 332. “The aor. ἐπιτόμην becomes by syncope ἐπτόμην, Soph. Aj. 693; ἐπ-έπτου, Aristoph. Av. 118; ἐπ-έπτετο, 48; προσ-έπτετο, Soph. aj. 282; opt. ἀνάπτοιτο, Plat. Phœd. 248; subj. ἀνα-πτῶνται, Aristoph. Lys. 777; inf. πτέσθαι, Soph. Œd. T. 17; ἐπι-πτέσθαι, Il. iv, 126; part. ἐκ-πτόμενος, Aristoph. Av. 789.” “Fut. πετήσομαι, used by Homer, shortened into πτήσομαι, e. gr. ἀναπτήσῃ, Plat. Legg. 10, p. 108; and πετήσομαι, as from πετάομαι, Aristoph. Pac. 77, 1126; aor. 2. ἔπτην, ἐξέπτη, Hesiod. Op. 98; Attic ἀπέπτα, Xen. Anab. i, 5, 3; 3. pers. pl. προσέπταν, Aristoph. Acharn. 865; opt. πταίη, Meleager Ep. 90; subj. πτῶ, Meleager Ep. 90; subj. πτῶ, e. gr. καταπτῇ, Lucian Prom. p. 149. For πτῆναι, πτάς, the Attics use rather πτάσθαι, πτάμενος, from ἐπτάμην, 2. a. m., although this is also rare for πτέσθαι, πτόμενος (Thom. M. 506, Mœris, p. 206); 2. a. mid. ἐπτάμην, Soph. Aj. 678. There was also a form πέταμαι, but little used by the Attics.” “In Homer and Æschylus S. Theb. is found ποτάομαι, Il. ii, 463; Æschyl. S. Theb. 54; Suppl. 644; (hence πεπότηται, Odys. xi, 221; πεποτήαται, Il. ii, 90; πεποτημένος, Ap. Rhod. 2, 1043;) with the Ionic flexion ποτέομαι, Odys. xxiv, 7, and πωτάομαι, Odys. xxiv, 7, and πωτάομαι, Il. xii, 287; πετάομαι occurs only in later writers, e. gr. Aristot. Metaphys. 3; hence 1. a. ἐπετάσθην, Anacr. 40, 6; Aristot. Hist. An. 9, 40. This appears to have been confounded with πετάννυμι, from πετάω, to spread, by which was expressed the spreading of the wings in flying, and afterwards merely that of spreading. Another form is πιτνάω, Hesiod. Op. 510, and πίτνημι, impf. πίτνα, Il. xxi, 7; πιτνάς, Odys. xi, 391.” Matth. Gr. Gram. § 245. (Dunb.)

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Ad Volatum, Sed Projicite, Volitare, Peto.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Zu Fliegen.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Di Volare.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: De Voler.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Volar.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Para Voar.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Om Te Vliegen.