Ευρετήριο

Περιβάλλω



ΡΙΖΑ: < ΠΕΡΙ+ΒΑΛΛΩ, βλ.λ. Περί και Βάλλω.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: περιβάλλω κάποιον με κάτι, ενδύω

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Περί Mat 26:28, Heb 5:3, Βάλλω Mat 5:30, 9:17, Προβάλλω Act 19:33, Ἀποβἀλλω Mar 10:50, Ἐκβάλλω Gal 4:30, 3Jo 10, Ἐμβάλλω Luk 12:5, Ἐπιβάλλω Mar 11:7, 1Co 7:35, Καταβάλλω 2Co 4:9, Heb 6:1, Ἀμφιβάλλω Mar 1:16, Περιβάλλω Mar 14:5.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ρίπτω Mat 15:30, 27:5, Ἀπορρίπτω Act 27:43, Ἐπιρρίπτω Luk 19:35, 1Pe 5:7, Ἀμφιέννυμι Mat 6:30, Ἐνδύω Mar 1:6, Ἐπενδύω 2Co 5:2,4, Ἔνδυμα Mat 6:25, Ἔνδυσις 1Pe 3:3, Ἐνδιδύσκω Luk 16:19, Τίθημι Mat 27:60, 22:44, Κατατίθημι Mar 15:46, Ἀποτίθημι Heb 12:1, Ὑποτίθημι Rom 16:4, Ἐπιτίθημι Mat 9:18, Mar 7:32, Ἀνατίθημι Act 25:14, Προστίθημι Act 13:36, Περιτίθημι Mat 27:28, Παρατίθημι Mat 13:24.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀπεκδύομαι Col 2:15, 3:9, Ἐκβάλλω Mat 7:4, 5, Ἀποβάλλω Mar 10:50, Ἐκδύω Mat 27:28.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. περιβάλλω, Πρτ. περιέβαλλον, Μέλ. Περιβαλῶ, Αόρ. περιέβαλον, Πρκ. περιβέβληκα, Υπερσ. περιεβεβλήκειν.

Μέσ. Ενεστ. περιβάλλομαι, Πρτ. περιβαλλόμην, Μέλ. μέσ. περιβαλοῦμαι, Αόρ. μέσ. περιεβαλόμην, Πρκ. περιβέβλημαι, Υπερσ. περιεβεβλήμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Περιβάλλω

Α) Μεταβατικό

i) + αιτ. (προσ.) + αιτ. (πραγμ.): περιβάλλω / ντύνω κάποιον με κάτι.

ii) + αιτ. (προσ.): ντύνω κάποιον.

2) Περιβάλλομαι

Α) Μεταβατικό

i) + αιτ.: ντύνομαι με…

ii) + εν + δοτ.: βλ. (2Αi)…

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Πέριβάλλεται: γ΄ ενικό οριστικής μέλλοντα Μεσοπαθητικής Φωνής.

2) Περιβάλῃ: γ΄ ενικό υποτακτικής αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

3) Περιβάληται: γ΄ ενικό υποτακτικής αορίστου β΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

4) Περιβάλου: β΄ ενικό προστακτικής αορίστου β΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

5) Περιβαλώμεθα: α΄ πληθυντικό υποτακτικής αορίστου β΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

6) Περιβαλών: ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

7) Περιβεβλημένη: ονομαστική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

8) Περιβεβλημένοι: ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

9) Περιβεβλημένον: αιτιατική ενικού μετοχής αρσενικού γένους παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

10) Περιβεβλημένος: ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

11) Περιβεβλημένους: αιτιατική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

12) Περιεβάλετε: β΄ πληθυντικό  οριστικής αορίστου β΄  Ενεργητικής Φωνής.

13) Περιεβάλετο: γ΄ ενικό οριστικής αορίστου β΄  Μεσοπαθητικής Φωνής.

14) Περιεβάλομεν: α΄ πληθυντικό οριστικής αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

15) Περιέβαλον: γ΄ πληθυντικό οριστικής αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 3:5: «Ὁ νικῶν οὕτως περιβαλεῖται ἐν ἱματίοις λευκοῖς καὶ οὐ μὴ ἐξαλείψω τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκ τῆς βίβλου τῆς ζωῆς καὶ ὁμολογήσω τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ πατρός μου καὶ ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ.»

Apoc 3:18: «συμβουλεύω σοι ἀγοράσαι παρ᾽ ἐμοῦ χρυσίον πεπυρωμένον ἐκ πυρὸς ἵνα πλουτήσῃς, καὶ ἱμάτια λευκὰ ἵνα περιβάλῃ καὶ μὴ φανερωθῇ ἡ αἰσχύνη τῆς γυμνότητός σου, καὶ κολλ[ο]ύριον ἐγχρῖσαι τοὺς ὀφθαλμούς σου ἵνα βλέπῃς.»

Apoc 4:4: «Καὶ κυκλόθεν τοῦ θρόνου θρόνους εἴκοσι τέσσαρες, καὶ ἐπὶ τοὺς θρόνους εἴκοσι τέσσαρας πρεσβυτέρους καθημένους περιβεβλημένους ἐν ἱματίοις λευκοῖς καὶ ἐπὶ τὰς κεφαλὰς αὐτῶν στεφάνους χρυσοῦς.»

Apoc 7:9: «Μετὰ ταῦτα εἶδον, καὶ ἰδοὺ ὄχλος πολύς, ὃν ἀριθμῆσαι αὐτὸν οὐδεὶς ἐδύνατο, ἐκ παντὸς ἔθνους καὶ φυλῶν καὶ λαῶν καὶ γλωσσῶν ἑστῶτες ἐνώπιον τοῦ θρόνου καὶ ἐνώπιον τοῦ ἀρνίου περιβεβλημένους στολὰς λευκὰς καὶ φοίνικες ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῶν»

Apoc 7:13: «Καὶ ἀπεκρίθη εἷς ἐκ τῶν πρεσβυτέρων λέγων μοι· οὗτοι οἱ περιβεβλημένοι τὰς στολὰς τὰς λευκὰς τίνες εἰσὶν καὶ πόθεν ἦλθον; »

Apoc 10:1: «Καὶ εἶδον ἄλλον ἄγγελον ἰσχυρὸν καταβαίνοντα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ περιβεβλημένον νεφέλην, καὶ ἡ ἶρις ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ καὶ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος καὶ οἱ πόδες αὐτοῦ ὡς στῦλοι πυρός»

Apoc 11:3: «Καὶ δώσω τοῖς δυσὶν μάρτυσίν μου καὶ προφητεύσουσιν ἡμέρας χιλίας διακοσίας ἑξήκοντα περιβεβλημένοι σάκκους.»

Apoc 12:1: «Καὶ σημεῖον μέγα ὤφθη ἐν τῷ οὐρανῷ, γυνὴ περιβεβλημένη τὸν ἥλιον, καὶ ἡ σελήνη ὑποκάτω τῶν ποδῶν αὐτῆς καὶ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῆς στέφανος ἀστέρων δώδεκα»

Apoc 17:4: «καὶ ἡ γυνὴ ἦν περιβεβλημένη πορφυροῦν καὶ κόκκινον καὶ κεχρυσωμένη χρυσίῳ καὶ λίθῳ τιμίῳ καὶ μαργαρίταις, ἔχουσα ποτήριον χρυσοῦν ἐν τῇ χειρὶ αὐτῆς γέμον βδελυγμάτων καὶ τὰ ἀκάθαρτα τῆς πορνείας αὐτῆς»

Apoc 18:16: «λέγοντες· οὐαὶ οὐαί, ἡ πόλις ἡ μεγάλη, ἡ περιβεβλημένη βύσσινον καὶ πορφυροῦν καὶ κόκκινον καὶ κεχρυσωμένη [ἐν] χρυσίῳ καὶ λίθῳ τιμίῳ καὶ μαργαρίτῃ»

Apoc 19:13: «καὶ περιβεβλημένος ἱμάτιον βεβαμμένον αἵματι, καὶ κέκληται τὸ ὄνομα αὐτοῦ ὁ λόγος τοῦ θεοῦ.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 3:5: 1 Jo 5:4  Apoc 4:4  Apoc 19:8  Phl 4:3  Apoc 21:27  Mat 10:32  Mar 8:38  Luk 12:8

Apoc 3:18: Job 23:10  1Pe 1:7  Apoc 16:15  Psa 19:8

Apoc 4:4: Apoc 3:21  Apoc 20:4  2Ch 24:1  1Ch 24:18  Luk 1:5  Apoc 1:6  Apoc 4:10  Apoc 6:11  Apoc 19:8  1Pe 5:4

Apoc 7:9: Mat 25:34  Joh 10:16  Apoc 22:17  Ge 22:18  Hsa 2:2  Hsa 60:3  Apoc 15:4  Psa 117:1  Hsa 66:18  Psa 11:4  Apoc 7:14  Lev 23:40  Joh 12:13

Apoc 7:13: Apoc 4:4  Apoc 7:9

Apoc 10:1: Dan 10:21  Jude 9  Apoc 12:7  Dan 7:13  Apoc 1:7  Mal 4:2  Mat 17:2  Apoc 1:15

Apoc 11:3: Joh 8:17  Act 2:17  Apoc 19:10  Psa 69:11

Apoc 12:1: Apoc 1:1  Hsa 54:1  Hsa 54:5  Gal 4:26

Apoc 17:4: Dan 5:29  Luk 16:19  Mat 27:28  Apoc 18:12  Apoc 18:19  Jer 51:7  Deu 29:17  Hsa 66:3  Rom 1:24

Apoc 18:16: Jek 27:31  Apoc 17:4

Apoc 19:13: Heb 12:24  1Pe 1:2  Joh 1:1  1Jo 1:1

1) Η σύνθετη αυτή λ. Περιβάλλω (βλ. ΡΙΖΑ) αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Περιβάλλω ανήκει στην κατηγορία των συνθέτων λέξεων της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας με την προσθήκη πρόθεσης. Η σύνθεση αυτή δημιουργείται στα πλαίσια του Μεταρηματικού και του Μετονοματικού Συστήματος του Αρχαίου Ελληνικού γλωσσολογίου.

3) Στην Κ.Δ. συναντάται επίσης και με την έννοια: ἐνδύω τινὰ (ντύνω κάποιον), Mat 25:36.

1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Periblem.

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: Surround, Throw around, Encompass, Cast, Clothe, Put, Environment.

Περιβάλλω, f. βαλῶ, pf. βέβληκα, to throw around, to surround, encompass; to sail round, Herodt. vi, 44; to clothe, cover; to caress, embrace; to affect, Plat. Ep. vii, 351, E; to surpass, excel; to confer, bestow, Herodt. i, 129; mid. to throw round one’s self; hence, to put on clothes or armor, Id. i, 195; to gird on a sword; to inclose one’s own, Id. i, 141; to embrace; to acquire for one’s self; to throw one’s self about or on; hence, to seize upon for one’s self, Xen. Anab. vi, 3, 1; Demosth. 304, 25; to convert to one’s own use, Herodt. viii, 8; also, to love a circumlocution, to be ambiguous, Plat. Conv. 222, C; Id. Phœdr. 272, D; pas. to be involved in, ἀνηκέστῳ συμφορᾷ, Demosth. 102, 28; 2. a. ἔβαλον, pres. pas. περιβάλλομαι, fut. mid. βαλοῦμαι, 2. a. m. ἐβαλόμην, imperat. βαλοῦ, έσθω, 2. pf. βέβολα, obsol.; pf. pas. βέβλημαι· τό περιβεβλημένον, the circuit, inclosure, Herodt. ii, 91. Fr. βάλλω.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Amiciri, Circumamiciri, Circumdare Aliquem, Sibi, Se Cooperire, Indui, Operire, Vestiri.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Umgeben, Wäsche, Herumwerfen.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Circondare, Vestire, Spargere.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Entourer, Habillez, jeter autour.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Rodear, Vestir, Lanzar Alrededor.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Cercar, Vestir, Jogar em torno de.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Omringen, Kleden, Gooien rond.