Ευρετήριο

Πελεκίζω




ΡΙΖΑ: <ΠΕΛΕΚΥΣ + ρημ. κατάλ. -ιζω, αγνώστου ετύμου μη ινδοευρωπαϊκής προέλευσης.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Θανατώνω με πέλεκυ.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἀποκεφαλίζω Mat 14:10, Ἀποκόπτω Mar 9:43.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ζωοποιῶ Joh 5:21, Ἀνίστημι Act 3:22.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. πελεκίζω, Πρτ. ἐπελέκιζον, Μέλ. πελεκίσω, Αόρ. ἐπελέκισα.

Μέσ. Ενεστ. πελεκίζομαι, Πρτ. ἐπελεκιζόμην, Μελ. παθ. πελεκισθήσομαι, Αόρ. παθ. ἐπελεκίσθην, Πρκ. πεπελέκισμαι.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Πεπελεκισμένων: Γενική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ:

Apoc 20:4: «Κα εδον θρνους κα κθισαν π ατος κα κρμα δθη ατος, κα τς ψυχς τν πεπελεκισμνων δι τν μαρτυραν ησο κα δι τν λγον το θεο κα οτινες ο προσεκνησαν τ θηρον οδ τν εκνα ατο κα οκ λαβον τ χραγμα π τ μτωπον κα π τν χερα ατν. κα ζησαν κα βασλευσαν μετ το Χριστο χλια τη.»

Κόβομαι, πληγώνομαι (σ’ ένα μέλος ή σημείο του σώματος) μ’ ένα αιχμηρό ή μυτερό, αντικείμενο που έχει μυτερή (οξεία) άκρη, (παλαιότ.) λιθάρι, μάρμαρο, ξύλο, (σύγχρ.) με μαχαίρι ή άλλο οξύ, σουβλερό αντικείμενο ή όργανο.

Επίσης το ρήμα σημαίνει και: ξυλοκοπούμαι, δέρνομαι, ξυλοφορτώνομαι, εξουδετερώνομαι, εξοντώνομαι (υφίσταμαι θανατική ποινή με πέλεκυ (τσεκούρι), αποκεφαλίζομαι), όπως φαίνεται από μια σχετική διάταξη του Ρωμαϊκού Δικαίου (παραβ. Cic, In C. Verrem, Act II, lib. cap. XXVIII 2, και cap. LXIII 163).

Τέλος σημειώνεται ότι η έκφραση «πεπελεκισμένων» σημαίνει απλά «εκείνων που εκτελέστηκαν με μαρτυρικό θάνατο με οποιονδήποτε τρόπο (παραβ. Mat 10:22,28).

ΛΕΞΙΚΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ:

Πελεκίζομαι (Apoc 20:4)

Φαίνεται ότι ο πέλεκυς ήταν το παραδοσιακό όργανο εκτέλεσης στη Ρώμη, παρότι στις ημέρες του Ιωάννη χρησιμοποιούνταν περισσότερο το σπαθί (Act 12:2).

Επομένως, η λέξη του πρωτότυπου κειμένου πεπελεκισμένων («εκείνων που εκτελέστηκαν με τον πέλεκυ») που χρησιμοποιείται, εδώ, σημαίνει απλώς «εκείνων που εκτελέστηκαν».

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 20:4: Luk 22:30  Mat 19:28  Luk 22:30  1Co 6:2  Apoc 13:12  Apoc 13:15  Apoc 13:16  2Ti 2:12  Apoc 1:6

1) Η λ. Πελεκίζομαι χρησιμοποιείται σε μοναδική αναγραφή στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Strike with an axe, Behead.

Πελεκίζω, f. ίσω, to strike with an axe; pf. pas. πεπελέκισμαι, part. pf. pas. πεπελεκισμένος, smitten with an axe. Th. πέλεκυς.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Securi, Percutere, Decollari.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Schlagen Mit Einer Axt.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Colpire Con Un'ascia, Decollato.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Frapper Avec Une Hache.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Golpear Con Un Hacha.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Golpear Com Um Machado.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Slaan Met Een Bijl.