Ευρετήριο

Πειράζω



ΡΙΖΑ: < ΠΕΙΡΑ (βλ.λ.)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Κάνω δοκιμή κάποιου, δοκιμάζω, εξετάζω.

2) Δελεάζω, δοκιμάζω να τον μεταπείσω, τον βάζω σε πειρασμό, ζητώ να τον αποπλανήσω.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἐκπειράζω Mat 4:7, Πειράω Act 26:21, Πειρασμός 1Pe 4:12.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Δοκιμάζω 1Co 11:28, Δοκίμιον Jac 1:3, Ἀνετάζω Act 22:24, Ἀνακρίνω 1Co 9:3, Πυρόω Apoc 3:18, Ἐξέλκομαι Jac 1:14.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀπείραστος Jac 1:13.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. πειράζω, Πρτ. ἐπείραζον, Μέλ. πειράσω, Αόρ. ἐπείρασα.

Μέσ. Ενεστ. πειράζομαι, Πρτ. ἐπειραζόμην, Μελ. παθ. πειρασθήσομαι, Αόρ. παθ. ἐπειράσθην, Πρκ. πεπείρασμαι, Υπερσ. ἐπεπειράσμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) ΠΕΙΡΑΖΩ

Α) Αμετάβατο: πειράζω, θέτω σε πειρασμό.

Β) Μεταβατικό

i) + αιτ.: δοκιμάζω κάποιον, πειράζω κάποιον, θέτω σε πειρασμό κάποιον.

2) ΠΕΙΡΑΖΟΜΑΙ

Α) Αμετάβατο: δοκιμάζομαι, πειράζομαι.

Β) Μεταβατικό

i) + ποιητ. αιτ.: δοκιμάζομαι / πειράζομαι από…

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἐπείραζεν: γ΄ ενικό οριστικής παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

2) Ἐπείραζον: γ΄ πληθυντικό οριστικής πατατατικού Ενεργητικής Φωνής.

3) Ἐπείρασαν: γ΄ πληθυντικό οριστικής αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

4) Ἐπείρασας: β΄ ενικό οριστικής αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

5) Ἐπείρασεν: γ΄ ενικό οριστικής αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

6) Πειράζει: γ΄ ενικό οριστικής ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

7) Πειράζεται: γ΄ ενικό οριστικής ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

8) Πειράζετε: β΄ πληθυντικό οριστικής ή προστακτικής ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

9) Πειράζῃ: γ΄ ενικό υποτακτικής ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

10) Πειράζομαι: α΄ ενικό οριστικής ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

11) Πειραζομένοις: δοτική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

12) Πειραζόμενος: ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

13) Πειράζοντες: ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

14) Πειράζων: ονοματική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

15) Πειρᾶσαι: απαρέμφατο αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

16) Πειρασθείς: ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του αορίστου Μεσοπαθητικής Φωνής.

17) Πειρασθῆναι: απαρέμφατο αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

18) Πειρασθῇς: β΄ ενικό υποτακτικής αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

19) Πειρασθῆτε: β΄ πληθυντικό υποτακτικής αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

20) Πεπειρασμένον: αιτιατική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

ΕΞΕΙΚΟΝΙΣΤΙΚΗ ΛΕΚΤΙΚΗ ΦΡΑΣΕΟΛΟΓΙΑ:

Πειρασμού (ώρα) (Apoc 3:10)

Ποια είναι όμως η «ώρα της δοκιμής»; Χωρίς αμφιβολία, εκείνοι οι Χριστιανοί στην Ασία είχαν να αντιμετωπίσουν ένα ακόμα κύμα ανήλεου διωγμού από την αυτοκρατορική Ρώμη*.

Ωστόσο, η μεγαλύτερη εκπλήρωση είναι η ώρα του κοσκινίσματος και της κρίσης που τελικά έφτασε στη διάρκεια της ημέρας του Κυρίου, και αποκορυφώνεται από το 1918 και έπειτα. Η δοκιμή γίνεται για να καθοριστεί αν κάποιος είναι με το μέρος της εγκαθιδρυμένης Βασιλείας του Θεού ή με τον κόσμο του Σατανά. Η διάρκειά της είναι συγκριτικά μικρή, μια «ώρα», αλλά δεν έχει λήξει ακόμα. Μέχρι να τελειώσει, δεν πρέπει ποτέ να ξεχάσουμε ότι ζούμε στην «ώρα της δοκιμής». (Luk 21:34-36).

Εγκυκλοπαίδεια (Cyclopedia) των Μακ Κλίντοκ και Στρονγκ (Τόμος 10, σελίδα 519) αναφέρει: «Οι αυτοκράτορες αναγκάστηκαν να στρέψουν την προσοχή τους στη Χριστιανοσύνη εξαιτίας της εχθρικής αντίδρασης του κοινού λαού που ξεσηκωνόταν από τους ειδωλολάτρες ιερείς, οι οποίοι έβλεπαν γεμάτοι ανησυχία την αξιοσημείωτη πρόοδο αυτής της πίστης, πράγμα που οδήγησε τον Τραϊανό [98-117 Κ.Χ.] να εκδώσει διατάγματα που αποσκοπούσαν στη σταδιακή κατάπνιξη αυτής της καινούριας διδασκαλίας, η οποία έκανε τους ανθρώπους να μισούν τους θεούς.

Η διακυβέρνηση του Πλίνιου του Νεότερου, κυβερνήτη της Βιθυνίας [η οποία συνόρευε με το βόρειο τμήμα της ρωμαϊκής επαρχίας της Ασίας], αντιμετώπιζε περίπλοκα προβλήματα εξαιτίας της ραγδαίας επέκτασης της Χριστιανοσύνης και της επακόλουθης οργής του ειδωλολατρικού πληθυσμού της επαρχίας του».

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 2:2: 1Jo 4:1

Apoc 2:10: 2Co 8:2  Heb 2:18

1) Η φράση «…καθώς (τινές αὐτῶν ἐπείρασαν)» (1Co 10:9) αποτελεί Σημιτισμό (Εβραϊσμό/Αραμαϊσμό) (παραβ. Num 25:1, 9, 26:62, Mat 4:7).

2) Η λ. Πειρῶ αποτελεί έναν αρχαιοπρεπή τύπο της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας ο οποίος χρησιμοποιείται στο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

3) Η λ. Πειράζει στο εδάφιο 1Co 7:5,10,14,16,34,39 μεταφέρει εικόνα και παρομοίωση από την καθημερινή ζωή των βιβλικών χρόνων. Εδώ από την σφαίρα του Αστικού Δικαίου. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

4) Η λ. Ἐπείρασαν στο εδάφιο Heb 3:9 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Deu 6:16).

5) Η λ. Πειραζόμενος στο εδάφιο Heb 11:17 περιλαμβάνεται σ’ ένα κεφάλαιο όπου διακρίνονται φράσεις αναφοράς με απαρίθμηση περιπτώσεων. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

6) Με απαρ. πειράομαι, επιχειρώ να πράξω τι, Act 16.

7) Με αιτ. προσώπ., δοκιμάζω ή εξετάζω κάποιον, υποβάλλω αυτὸν σε εξέταση, 2Co 13:5· «τί πειράζετε τὸν θεόν;» Act 15:10, πρβλ. 1Co 10:9.

8) Aπολ., o πειράζων, o πειρασμός, o διάβολος, 1Co 3:5.

9) Υφίσταμαι πειρασμόν, δοκιμασίαν, πειράζομαι, δοκιμάζομαι, «…πειρασθῆναι ὑπὸ τοῦ διαβόλου» Mat 4:1.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Attempt, Examine, Prove, Tempt, Tempter, Try.

Πειράζω, f. άσω, to attempt, try, prove, tempt (scarcely used by the Attic writers); πείραζεν ἀοιδῆς, Ap. Rhod. i, 295; 1. a. ἐπείρασα, pas. πειράζομαι, to be tempted, solicited to do wrong; pf. pas. πεπείρασμαι· ἀλλ’ ἔργῳ πεπείρασθε, but ye have in reality experienced, Dem. de Coron.; 1. a. pas. ἐπειράσθην, subj. πειρασθῶ, inf. πειρασθῆναι. Th. πείρα.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Tentare, Tentator, Conari.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Versuchen Sie, Untersuchen, Beweisen, Mal Hallo Sagen, Versucher.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Tentativo, Esaminare, Provare, Tentare, Tentatore.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Tentative, Examiner, Montrer, Flasher, Tentateur, Essayer.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Remate, Examinar, Probar, Tentar, Tentador.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Tentativa, Examinar, Provar, Tente, Tentador.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Poging, Onderzoek, Bewijs, Verleiden, Verleider.