Ευρετήριο

Οὐρά



ΡΙΖΑ: < *ΟΡΣ-JΑ, ετεροιωμένη βαθμίδα του Ι.Ε. *ERSA "ουρά".

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Ουρά.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἄκρον Mat 24:31, Mar 13:27, Luk 16:24, Heb 11:21.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀρχή Heb 5:12, Ἔμπροσθεν Mat 6:1.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό α΄ κλίσης, θηλυκού γένους: Οὐρά, -ᾶς.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Οὐρά: Ονομαστική ενικού.

2) Οὐραί: Ονομαστική πληθυντικού.

3) Οὐραῖς: Δοτική πληθυντικού.

4) Οὐράς: Αιτιατική πληθυντικού.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 9:10: «καὶ ἔχουσιν οὐρὰς ὁμοίας σκορπίοις καὶ κέντρα, καὶ ἐν ταῖς οὐραῖς αὐτῶν ἡ ἐξουσία αὐτῶν ἀδικῆσαι τοὺς ἀνθρώπους μῆνας πέντε»

Apoc 12:4: «καὶ ἡ οὐρὰ αὐτοῦ σύρει τὸ τρίτον τῶν ἀστέρων τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἔβαλεν αὐτοὺς εἰς τὴν γῆν. Καὶ ὁ δράκων ἕστηκεν ἐνώπιον τῆς γυναικὸς τῆς μελλούσης τεκεῖν, ἵνα ὅταν τέκῃ τὸ τέκνον αὐτῆς καταφάγῃ.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 12:4: Hsa 9:15

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Tail.

Οὐρά, ᾶς, , the tail; the rear or the rear-guard of an army; the stern of a vessel, the poop; κατ’ οὐράν, behind. Fr. ὅρος.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Cauda, Constituet.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Schwanz.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Coda.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Queue.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Cola.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Cauda.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Staart.