Ευρετήριο

Ὀξύς



ΡΙΖΑ: < *ΟΚ-Σ-ΥΣ, ετεροιωμένη βαθμίδα του Ι.Ε. *AK- "αιχμηρό".

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Οξύς, μυτερός, αιχμηρός κοπτερός.

2) Ορμητικός, ταχύς, ευκίνητος, γοργός.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἄκρον Luk 16:24, Ἀκμάζω Apoc 14:18.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Τόμος Heb 4:12, Τόξον Apoc 6:2, Ταχύς Jac 1:19.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἁπαλός Mat 24:32, Mar 13:28.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Επίθετο γ΄ κλίσης, τρικατάληκτο σε: -ύς, -εῖα, -ύ.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΕΠΙΘΕΤΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ὀξεῖα: Ονομαστική ενικού θηλυκού γένους.

2) Ὀξεῖαν: Αιτιατική ενικού θηλυκού γένους.

3) Ὀξεῖς: Ονομαστική πληθυντικού αρσενικού γένους.

4) Ὀξύ: Αιτιατική ενικού ουδετέρου γένους.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 16:14,16: «εσν γρ πνεματα δαιμονων ποιοντα σημεα, κπορεεται π τος βασιλες τς οκουμνης λης συναγαγεν ατος ες τν πλεμον τς μρας τς μεγλης το θεο το παντοκρτορος.» «Κα συνγαγεν ατος ες τν τπον τν καλομενον βραϊστ ρμαγεδδν.»

Apoc 19:11-15: «Κα εδον τν ορανν νεγμνον, κα δο ππος λευκς κα καθμενος π ατν [καλομενος] πιστς κα ληθινς, κα ν δικαιοσν κρνει κα πολεμε. ο δ φθαλμο ατο [ς] φλξ πυρς, κα π τν κεφαλν ατο διαδματα πολλ, χων νομα γεγραμμνον οδες οδεν ε μ ατς, κα περιβεβλημνος μτιον βεβαμμνον αματι, κα κκληται τ νομα ατο λγος το θεο. Κα τ στρατεματα [τ] ν τ οραν κολοθει ατ φ πποις λευκος, νδεδυμνοι βσσινον λευκν καθαρν. κα κ το στματος ατο κπορεεται ομφαα ξεα, να ν ατ πατξ τ θνη, κα ατς ποιμανε ατος ν ῥάβδ σιδηρ, κα ατς πατε τν ληνν το ονου το θυμο τς ργς το θεο το παντοκρτορος»

Οι πολλές μορφές της αδικίας: Αρκεί να σκεφτεί κανείς μόνο τα πολλά χρήματα και τον τεράστιο χρόνο, που σπαταλιούνται στην παραγωγή πολεμικών όπλων και εφοδίων, και που τελικά προκαλούν εκατομμύρια άσκοπους θανάτους, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων ανθρώπων. Όπως και τα κολοσσιαία ποσά που απαιτούν και επιζητούν οι, ποικίλης μορφής, «νόμιμες» και παράνομες απολαύσεις στα πλαίσια ιδιοτελών παρορμήσεων των ανθρώπων.

Όλα αυτά προκαλούν και εξάπτουν το δίκαιο θυμό του Δημιουργού Ιεχωβά Θεού. Για το λόγο αυτό Εκείνος έχει διορίσει τον Γιο Του για να διεξαγάγει έναν κατά πάντα δίκαιο πόλεμο εναντίον ολόκληρου αυτού του πονηρού συστήματος πραγμάτων, προκειμένου να τερματίσει οριστικά και τελεσίδικα τις αδικίες κάθε μορφής.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 1:16: Apoc 1:20  Hsa 49:2  Mat 17:2

Apoc 2:13: Mar 13:9  Apoc 2:3  Luk 12:8  Joh 14:1  1Jo 2:23  Act 1:8  Mat 24:9

Apoc 14:14: Dan 7:13  Mat 25:31  Act 1:11  Apoc 1:7  Psa 21:3  Apoc 6:2

Apoc 19:15: 2Th 2:8  Apoc 1:16  Psa 2:9  Apoc 2:27  Apoc 12:5  Jer 25:30  Joe 3:13  Apoc 14:20  Apoc 14:19

1) Η λ. Ὀξεῖς στο εδάφιο Rom 13:15 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Pro 1:16).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Sharp, Acute, Swift.

Ὀξύς, εῖα, ύ, sharp-pointed, as a weapon; sharp to the taste, hence sour, acid, bitter, pungent; sharp to the mind, bitter, severe, painful, acute, poignant; sharp in the intellect, keen, prompt; also, as relating to the senses, clear, bright; loud, shrill. likewise, swift, fleet, rapid; metaphor. keen, ardent, headstrong, irascible; ὀξύς κέλαδος, a shrill sound, Soph. Electr. 727; θυμός ὀξύς, violent anger, Id. Œd. C. 1195; ὀξύ ἄχος, poignant grief, Odys. xix, 125; ἥδε (ἡ νόσος) μοί ὀξεῖα φοιτᾶ, this disease (paroxysm) comes suddenly, Soph. Phil. 797; ὀξύν τέ που δεῖ πρός αἴσθησιν, Plat. Polit. ii, 375, A; ὀξύ δ’ ἄκουσεν, he heard distinctly, Il. xvii, 296; ὀξύ νόησε, quickly perceived, Id. iii, 374; μέλος ὀξύ, a loud tune or song, Aristoph. Av. 1095; compar. ὀξύτερος, superl. ὀξύτατος· ὀξύτατον δέρκεσθαι, the sharpest sighted, Il. xvii, 675; in Prosody, ἡ ὀξεῖα, the acute accent. Fr. ὠκύς.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Acutus, Velox.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Akut, Scharf.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Acuto.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Aigu.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Agudo.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Agudo, Acute, Afiado.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Acuut, Scherpe.