Ευρετήριο

Ὁμολογέω, -ῶ



ΡΙΖΑ: α) ΟΜΟΥ+ΛΕΓΩ, ΟΜΟΛΟΓΕΩ, ΟΜΟΛΟΓΟΣ, β) ΙΝΔ/Ε: SEM, SOM-O, SIMILIS (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 2).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Ομιλώ την ίδια γλώσσα με κάποιον.

2) Λέγω τα ίδια με κάποιον, συμφωνώ μ' αυτόν.

3) Συνάπτω συμφωνία, έρχομαι δε διαπραγματεύσεις.

4) Συμφωνώ ως προς κάτι, το παραδέχομαι, το αναγνωρίζω.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἐξομολογῶ Mat 3:6, Ὁμολογῶ Heb 13:15, Ἐξομολογοῦμαι Mat 3:6, Ὁμολογία 2Co 9:13, Ὁμολογουμένως 1Ti 3:16.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἐπιγινώσκω 1Co 14:37, Ἐπαγγέλλω 1Ti 2:10, Φάσκω Act 24:9, Συμφωνῶ Mat 18:19, Ἐπίγνωσις 2Ti 2:25.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀρνοῦμαι Mat 10:33, Luk 12:9, Ἀπαρνοῦμαι Mat 16:24, Mar 8:34.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας συνηρημένο σε -έω.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. ὁμολογῶ, Πρτ. ὡμολόγουν, Μέλ. ὁμολογήσω, Αόρ. ὡμολόγησα, Πρκ. ὡμολόγηκα, Υπερσ. ὡμολογήκειν.

Μέσ. Ενεστ. ὁμολογοῦμαι, Πρτ. ὡμολογούμην, Μελ. παθ. ὁμολογηθήσομαι, Αόρ. παθ. ὡμολογήθην, Πρκ. ὡμολόγημαι, Υπερσ. ὡμολογήμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Ὁμολογῶ

Α) Αμετάβατο: ομολογώ

Β) Μεταβατικό

i) + εν δοτ.: αναγνωρίζω-ομολογώ κάποιον

ii) + δοτ. (προσ.) + ειδ.απαρ.: ομολογώ σε κάποιον ότι

iii) + δο. (προσ.) + ειδ.πρ.: βλ. (1Βii)

iv) + αιτ.: κάνω ομολογία για.., ομολογώ κάτι.

v) + συστ.αντ.: δίνω μαρτυρία, ομολογώ.

vi) + ειδ.πρ.: ομολογώ ότι….

2) Ὁμολογοῦμαι

Α) Αμετάβατο: ομολογούμαι.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ὁμολογεῖ: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

2) Ὁμολογεῖται: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

3) Ὁμολογήσαντες: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

4) Ὁμολογήσει: γ΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

5) Ὁμολογήσῃ: γ΄ ενικό Υποτακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

6) Ὁμολογήσῃς: β΄ ενικό Υποτακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

7) Ὁμολογήσω: α΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

8) Ὁμολογοῦντες: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

9) Ὁμολογούντων: Γενική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

10) Ὁμολογοῦσιν: Δοτική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

11) Ὁμολογῶ: α΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

12) Ὁμολογῶμεν: α΄ πληθυντικό Υποτακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

13) Ὁμολογῶν: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

14) Ὡμολογήσας: β΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

15) Ὡμολόγησεν: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

16) Ὡμολογοῦν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.


ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 3:5: «Ὁ νικῶν οὕτως περιβαλεῖται ἐν ἱματίοις λευκοῖς καὶ οὐ μὴ ἐξαλείψω τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκ τῆς βίβλου τῆς ζωῆς καὶ ὁμολογήσω τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ πατρός μου καὶ ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 3:5: 1 Jo 5:4  Apoc 4:4  Apoc 19:8  Phl 4:3  Apoc 21:27  Mat 10:32  Mar 8:38  Luk 12:8

1) Η λ. Ὁμολογήσαντες στο εδάφιο Heb 11:13 περιλαμβάνεται σ' ένα κεφάλαιο όπου διακρίνονται φράσεις αναφοράς με απαρίθμηση περιπτώσεων. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η σύνθετη αυτή λ. Ὁμολογῶ (βλ. ΡΙΖΑ) αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη) (παραβ: Ἀγαθοποιός 1Pe 2:14, Ἀγριέλαιος Rom 11:17,24, Ἀγενεαλόγητος Heb 7:13 κ.ά).

3) Η φράση «… στις μολογσει ν μο μπροσθεν τν νθρπων…» (ὁμ. ἔν τινι) φαίνεται ότι είναι Εβραϊσμός (Mat 10:32).

1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Homologate.

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: Acknowledge, Confess, Profess, Promise, Thanks, Vouchsafe.

Ὁμολογέω, ῶ, f. ήσω, 1. a. ὡμολόγησα, pf. ὠμολόγηκα, Plat. Crit. 52, A; Polit. iii, 392, B, etc.; to hold the same language, to be of the same opinion with, to agree with; to assent to; to acknowledge, admit, Soph. Phil. 966; κἄν μή νῦν ὁμολογήσητε, though you should not now assent, Plat. Phœd. 115, B; ὁδ’ ὡμολόγησε ταῦτα ποιήσειν, he agreed to do these things, Lys. c. Eratosth.; to profess, promise; to accept conditions, Herodt. ii, 86; to make a declaration; ἕως ἄν ἡμῖν ὁμολογήσῃ πολεμεῖν, until he should declare war against you, Dem. Phil. iii; mid. to accord with, ὁμολογεῖτ’ ἄν ἡ κατηγορία τοῖς ἔργοις αὐτοῦ, Dem. de Coron.; pas. to be acknowledged, admitted, agreed upon; λίαν ὁμολογουμένα, quite admitted, undisputed, Æschin. c. Ctes.; ὁμολογεῖται, it is agreed; ἐξ ὁμολογουμένου, by mutual agreement or consent; ἐκ τῶν ὡμολογημένων ἐμοί τε καί σοι, from what has been agreed upon between me and you, Plat. Hipp. Min. 368, E; 1. a. pas. ὡμολογήθην, pf. pas. ὡμολόγημαι. Fr. ὁμός and λέγω.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Confitemini, Semel, Simul, Similis, Simplex, Assentior, Fateor, Consentio, Confiteri, Confessio Fit, Polliceri.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Bekennen.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Confess.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Avouez.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Confesar.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Confesse.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Confess.