Ευρετήριο

Ὄμνυμι / Ὀμνύω



ΡΙΖΑ: Αβεβαίου ετύμου, ίσως συνδέεται με σανσκρ. AMITI "πιάνω, αρπάζω".

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Ορκίζομαι, δίδω όρκο, βεβαιώνω κάτι ενόρκως.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ὁμιλία 1Co 15:33.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Μὴ Ὀμῶσαι Mat 5:34, Jac 5:12.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα β΄ συζυγίας.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. ὄμνυμι/ὀμνύω, Πρτ. ὤμνυον, Μέλ. ὀμοῦμαι, Αόρ. ὤμοσα, Πρκ. ὀμώμοκα, Υπερσ. ὠμωμόκειν.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Ὄμνυμι κ' Ὀμνύω

Α) Αμετάβατο: ορκίζομαι (Mat 5:34 …Μὴ ὀμόσαι ὅλως…).

Β) Μεταβατικό

i) + δοτ.: ορκίζομαι σε κάποιον ή κάτι (Act 2:30 …Ὤμοσεν αὐτῷ ὁ Θεός…),

ii) + ειδ.πρ.: ορκίζομαι ότι… (Mat 26:74 …Ὀμνύειν ὅτι οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον…),

iii) + ειδ. απαρ.: βλ. (1Αii) (Heb 3:18 Ὤμοσεν μὴ εἰσελεύσεσθαι εἰς τὴν κατάπαυσιν αὐτοῦ),

iv) + συστ. αντ.: παίρνω όρκο (Luk 1:73 …Ὅρκον ὅν ὤμοσεν πρός Ἀβραάμ).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ὀμνύει: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

2) Ὀμνύειν: Απαρέμφατο Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

3) Ὀμνύετε: β΄ πληθυντικό Προστακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

4) Ὀμνῦναι: Απαρέμφατο Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

5) Ὀμνύουσιν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

6) Ὀμόσαι: Απαρέμφατο Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

7) Ὀμόσας: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

8) Ὀμόσῃ: γ΄ ενικό Υποτακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

9) Ὀμόσῃς: β΄ ενικό Υποτακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

10) Ὤμοσα: α΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

11) Ὤμοσεν: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 10:6: «καὶ ὤμοσεν ἐν τῷ ζῶντι εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, ὃς ἔκτισεν τὸν οὐρανὸν καὶ τὰ ἐν αὐτῷ καὶ τὴν γῆν καὶ τὰ ἐν αὐτῇ καὶ τὴν θάλασσαν καὶ τὰ ἐν αὐτῇ, ὅτι χρόνος οὐκέτι ἔσται»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 10:6: Jer 10:10  Psa 90:2  1 i 1:17  Apoc 4:9  Ge 14:19  Exo 20:11  Neh 9:6  Psa 146:6  Act 4:24  Hsa 46:13  Jek 12:25  Hab 2:3

1) Η λ. Ὤμοσεν στο εδάφιο Heb 7:21 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Psa 110:14).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Swear.

Ὄμνυμι, ὀμνύω, f. m. ὀμοῦμαι, by elision and contract. for ὀμόσομαι, used by the Attic writters instead of fut. act., to swear; to take a solemn oath; to swear by; ὄμνυμι γαῖαν, and ὄμνυ πέδον γῆς, i. e. πρός, Eurip. Med. 750, 744; μοι ὄμοσσον ἀάατον Στυγός ὕδωρ, swear to me by the inviolable water of Styx, Il. 271; ὀμνύω τούς θεούς ἅπαντας, Demosth. 622, 22; to swear to observe, Id. de Coron. It frequently takes the cognate noun after it in the acc.; καί τόν βουλευτικόν ὅρκον ὀμόσας, and having taken the senatorial oath, Xen. Mem. i, 1, 18; part. pres. ὀμνύς, inf. ὀμνύναι, impf. generally of ὀμνύω, with prose writers ὤμνυον, Xen. hist. v, 1, 29; Anab. ii, 5, 12; 1. a. act. ὤμοσα· pf. by redupl. ὀμώμοκα, used by all the Attic writers, ἡ φρήν ὤμοσεν, ἡ γλῶττα δ’ οὐκ ὀμώμοκε, Aristoph. Thesm. 275, in ridicule of Euripides; see Hipp. 668; 1. a. mid. ὠμωσάμην, Plat. Apol. § 15; 1. a. pas. ὠμόσθην, pf. pas. ὀμώμομαι and ὀμώμοσμαι· ὀμώμοται γάρ ὅρκος ἐκ θεῶν μέγας, for a great oath has been sworn by the gods, Æschyl. Ag. 1257.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Jure, Curo, Iurare.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Schwören.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Giurare.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Jurer.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Jurar.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Jurar.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Zweren.